lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σηκώνω

Λεξικό: αγγλικά σηκώνω
Μεταφράσεις: bear, carry, heave, hoist, lift, raise, uplift, upraise, aggrandize, cock, cube, elevate, enhance, rise, risen, ascend, boost, exalt, heighten, hitch, jack, mount, ratchet, surge, trice, avoid, boggle, deviate, disconnect, evade, flinch, lurch, overrule, quash, remove, repeal, revoke, shirk, ascends, erect, rear, soar, surmount, ascent, climb, soaring
σηκώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: budovat, kynout, měřit, nadnášet, nést, nosit, pěstovat, plodit, podporovat, povýšit, povznést, pozdvihnout, pozvednout, rodit, snášet, snést, uzvednout, vybudovat, vychovat, vydržet, vypěstovat, vystát, vystavět, vyvolat, vyzvednout, vztyčit, zdvihnout, zrušit, zvedat, zvednout, zvýšit, zvyšovat, nakynout, povstání, vykynout, vytáhnout, vzbouřit, vzpřímit, povznášet, sbírat, sejmout, upravit, vyvýšit, vyzvedávat, odchýlit, odstranit, odstraňovat, vzdálit, oslavovat, velebit, napřímit, narovnat, postavit, překonat, přemoci, převyšovat, zbudovat, zřídit, lezení, šplhání, stoupání, stoupnutí, výstup, vzestup
σηκώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufkommen, aushalten, ausstehen, erhöhen, ertragen, heben, hochheben, schleppen, steigern, tragen, vertragen, abgehoben, abhebend, anheben, aufgehoben, aufgenommen, aufheben, aufhebend, aufnehmen, aufnehmend, aufrichtend, aufschlagend, erheben, erhebend, hebend, hervorgehoben, hochhebend, ankurbeln, ansteigen, aufraffen, aufrichten, aufrollen, aufschlagen, aufstehen, aufwirbeln, aufziehen, hissen, steigen, aufbauen, aufführen, aufschwingen, aufsteigen, auftreiben, bauen, errichten, übersteigen, überwinden, aufstieg, steigung
σηκώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: avle, bære, hæve, have, heise, løfte, forhøje, lette, resat, stige, hisse, opgang
σηκώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alzar, cargar, elevar, levantar, llevar, subir, enarbolar, levantarse, realzar, alzarse, empinar, encumbrar, izar, mejorar, recoger, abolir, anular, apartar, hurtar, revocar, bandera, extender, exaltar, ascender, construir, edificar, alzamiento, ascensión, elevación, subida
σηκώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: élever, lever, porter, relever, soulever, soutenir, supporter, hausser, hisser, surélever, surhausser, dresser, embarrer, exhausser, décliner, écarter, entrebâiller, entrouvrir, rentrouvrir, appendre, arborer, exalter, agrandir, bâtir, édifier, ériger, redresser, surmonter, ascendance, ascension, dressage, montage, montée
σηκώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allevare, alzare, aumentare, elevare, ergere, innalzare, levare, portare, reggere, rialzare, sollevare, sostenere, alzarsi, issare, raccogliere, abolire, abrogare, declinare, scansare, scostare, esaltare, costruire, educare, rizzare, sorgere, sormontare, ascensione, ascesa, salita
σηκώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bære, heise, heve, inneha, løfte, forhøye, hissa, opphøye, resa, lette, reise, stige, stinga, hava, oppføre, hiss, oppgang, oppstigning, pålegg
σηκώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: двинуть, поднимать, поднять, воздевать, повышать, подносить, подымать, приоткрывать, приподнимать, вывесить, возвеличивать, возводить, воздвигать, возносить, восхождение, поднимание
σηκώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: inneha, häva, hissa, löfte, lyfta, resa, höja, stiga, uppföra, hiss, resning
σηκώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: çoj, ngre
σηκώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: насiць, паднімаць, дарыць, павышаць, падаваць, падымаць, узнімаць, частаваць, прыпадымаць, прыўздымаць, прыўзнімаць, вывесіць
σηκώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tõstma, tõus
σηκώνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: elättää, kannattaa, kantaa, kärsiä, kohottaa, korottaa, kuljettaa, nostaa, pystyttää, sietää, kasvattaa, ylistää, lisätä, voittaa, nousu
σηκώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: cipelni, felemelni, hordoz, kiemel, hegymenet
σηκώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sklaidytis
σηκώνω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aguentar, alar, criar, cultivar, elevar, erguer, levantar, melhorar, subir, suspender, sustentar, altear, realizar, educar, empinar, abolir, afastar, anular, apartar, exaltar, ascender, construir, edificar, erigir, subida
σηκώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брикати, брикатися, вага, важіль, винагорода, виховати, виховувати, вітер, вставати, допитливий, завести, заводити, задній, здіймати, нагорода, підважувати, підглядати, піддивлятися, підіймати, піднесення, піднести, піднімати, підніміть, підніміться, підносити, порушувати, приз, розбухати, розбухнути, тил, збільшити, збільшить, збільшувати, підвищити, підвищтеся, підвищувати, підсилити, підсилювати, посилити, посилювати, прикрасити, прикрашувати, вивісити
σηκώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dźwigać, podnieść, podnosić, uchylać, wywiesić, wywyższać, wznosić, wznoszenie
σηκώνω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ustati, uspon
σηκώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ridica
σηκώνω στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

σηκώνω το γάντι, σηκώνω τα χέρια ψηλά, σηκώνω βάρος στην εγκυμοσύνη, σηκώνω ύψωμα, σηκώνω παντιέρα, σηκώνω κεφάλι, σηκώνω συνώνυμα, σηκώνω μοϊκάνα, ονειροκρίτης σηκώνω