lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σβήνω

Λεξικό: αγγλικά σβήνω
Μεταφράσεις: extinguish, kill, quench, slake, damp, quash, repress, soft-pedal, squash, squelch, suppress, allay, assuage, mitigate, quell, relieve, soothe
σβήνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hasit, potlačit, tlumit, uhasit, ulít, utišit, vyhladit, zadusit, zhasit, ztlumit, potlačovat, konejšit, mírnit, nadlehčit, odlehčit, oslabit, pomoci, pomoct, uchlácholit, uklidnit, ukonejšit, ulehčit, ulevit, upokojit, zmírnit
σβήνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: auslöschen, löschen, dämpfen, ersticken, niederwerfen, unterdrücken, besänftigen, lindern, stillen, trösten, ausdrehen, ausgelöscht, ausmachen
σβήνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: slukke, udslukke, berolige, slukne
σβήνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ahogar, apagar, extinguir, matar, reprimir, sofocar, adormecer, aligerar, aliviar, apaciguar, aquietar, calmar, desalterar, dulcificar, mitigar
σβήνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: détremper, éteindre, étouffer, apaiser, étrangle, réprimer, train, adoucir, calmer, lénifier, soulager
σβήνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: estinguere, smorzare, soffocare, spegnere, placare, reprimere, acquietare, alleviare, ammansire, attutire, calmare, pacare, sopire
σβήνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: slukke, dempe, berolige, lindra, myldra, trøsta, slokke, slukne
σβήνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гасить, тушить, подавить, облегчать, смирять, успокаивать, угасить, загасить, погасить, потушить
σβήνω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shuaj
σβήνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гасіць, тушыць, заспакойваць, суцішаць, сцішаць, сцішваць
σβήνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kustutama
σβήνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sammuttaa, tukahduttaa, huojentaa, lieventää
σβήνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ugasiti, ublažiti
σβήνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: oltani, elfojt, megfojt, enyhíteni, eloltani, leoltani
σβήνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apagar, estofar, extinguir, matar, adormecer, aligeirar, aliviar, aquietar, consolar, mitigar
σβήνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ugasniti
σβήνω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вгамуйте, виконайтеся, віяти, вчинити, вчиняти, гасити, гасіть, дмухати, дмухнути, дути, загасити, задушіть, зайнятися, зробити, пень, подути, робити, стусан, тушити, тушкувати, удар, бальзам, вирішувати, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, врятувати, все-таки, досі, заспокоїти, заспокойте, заспокойтеся, заспокоювати, застелити, зменшити, зменшувати, класти, компонувати, накривати, накрити, нерухомий, оселити, оселитися, оселіться, оселяти, оселятися, погоджувати, погодити, покладати, покласти, положення, положити, постелити, придушіть, примиріть, проте, регулювати, регулюватися, рятувати, складати, скласти, скомпонувати, стелити, стримайте, стримати, стримувати, тихий, улагоджувати, улагодити, умиротворіть, ще
σβήνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gasić, stłumić, uśmierzać, wygasić, zgasić
σβήνω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: släcka, lindra, mildra, trösta
σβήνω στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

σβήνω συνώνυμα, σβήνω ή σβύνω, σβήνω στα αγγλικά, σβήνω με κρασί, σβήνω το φως παντελής θαλασσινός στιχοι, σβήνω τα ίχνη, σβήνω το φως, σβήνω απ' το χάρτη, σβήνω στο ουίσκι τα δικά σου τα σημάδια, σβήνω λεξικό