lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σβέλτος

Λεξικό: αγγλικά σβέλτος
Μεταφράσεις: agile, airworthy, dexterous, dextrous, effective, efficient, fit, operational, operative, proficient, slick, yare, able, adroit, artful, crafty, deft, expeditious, habile, handy, handyman, handy-man, knowing, light-fingered, manual, skilful, skilled, smart, culpable, light-footed, limber, lissom, lithe, lithesome, nimble, quick, sharp, versatile
σβέλτος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: agilní, bystrý, čilý, dovedný, hbitý, mrštný, obratný, pohotový, prohnaný, schopný, šikovný, svižný, vychytralý, živý, způsobilý, zručný, chytrý, důvtipný, vybroušený, zdatný, poddajný, přizpůsobivý, prudký, pružný, rychlý
σβέλτος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beweglich, erfahren, geschickt, geübt, gewandt, leistungsfähig, zügig, anstellig, flott, geschmeidig, behände, flink, rasch, schnell, wendig
σβέλτος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dygtig, effektiv, ekspert, flink, slug, vig, fiffig, habil, klok, smidig, hurtig
σβέλτος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ágil, diestro, experto, hábil, ligero, certero, dispuesto, elegante, habilidoso, industrioso, listo, mañoso, primoroso, pronto, suelto, veloz
σβέλτος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adroit, agile, expéditif, habile, capable, industrieux, leste, société, subtil, travaux, preste, prompt, souple
σβέλτος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abile, agile, efficiente, accorto, capace, destro, idoneo, lesto, avveduto
σβέλτος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dyktig, effektiv, flink, pigg, slug, vig, fiffig, habil, hendig, klok, smidig, hurtig
σβέλτος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: искусный, исправен, исправный, ловкий, проворный, чёткий, быстрый, ловок, политичный, умный, верткий, гибкий, изворотлив, изворотливый, проворен, увертлив, увертливый, увёртливый, юркий, юрок
σβέλτος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: effektiv, flink, händig, pigg, skicklig, slug, vig, behändig, duktig, fiffig, habil, klok
σβέλτος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: väle, osav, vilunud
σβέλτος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hyvä, liukas, näppärä, sukkela, taitava, kätevä, kykenevä, kyvykäs, joutuisa, kipakka, nopea
σβέλτος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: brz, spretan, vješt
σβέλτος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fürge, ügyes, gyakorlott, körmönfont, rátermett, talpraesett
σβέλτος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: guvus, nagingas, vikrus
σβέλτος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ágil, destro, hábil, jeitoso, perito, astuto, belo, elegante, habilidoso, listo, primoroso, vividos, matoso, pronto, rápido, veloz
σβέλτος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: agil, îndemânatic, sprinten
σβέλτος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ловкий, акуратний, бистрий, винахідливий, витончений, воловий, вправний, гарний, гладенький, здібний, зручний, кмітливий, корисний, летіти, літати, моторний, муха, охайний, пілотувати, полетіти, політ, поспішати, розсудливий, розумний, спритний, тактичний, тактовний, тямущий, хитрий, чепурний, чистий, чіткий, швидкий, гнучкий, негайний, непохмурий, піддатливий, підказати, підказка, підказувати, пролетіти, проноситись, рівно, слизький, терміновий, точно
σβέλτος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: sprawny, zręczny, zwinny
σβέλτος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ёмкі, зручны, лоўкі, спрытны, борзды, быстры, жвавы, паваротлівы, шпаркі
σβέλτος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бърз
σβέλτος στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

σβέλτος γερακας, σβέλτος λιοσιων, ο σβέλτος, ξενοδοχείο σβέλτος