lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σαγηνεύω

Λεξικό: αγγλικά σαγηνεύω
Μεταφράσεις: bewitch, charm, conjure, enthral, fascinate, becharm, enchant, spellbind, beguile, ravish, transport
σαγηνεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: fascinovat, očarovat, okouzlit, okouzlovat, oslnit, uhranout, zaklínat, nadchnout, oklamat, uchvátit, unést
σαγηνεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: faszinieren, hexen, verzaubern, zaubern, antun, bannen, bezaubern, begeistern, entzücken
σαγηνεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bedåre, besnære, fortrylle, henrykke, mane, trylle
σαγηνεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: embelesar, embrujar, encantar, fascinar, hechizar, captar, seducir, arrebatar
σαγηνεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: charmer, ensorceler, fasciner, enchanter, séduire, ravir
σαγηνεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affascinare, ammaliare, avvincere, stregare, affatturare, incantare, rapire
σαγηνεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bedåra, bedåre, besnære, fortrylle, henrykke, mane, tjusning, trylle, trolldom
σαγηνεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заколдовать, колдовать, очаровывать, обворожить, очаровать, восхитить, восхищать
σαγηνεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bedåra, tjusning, hänrycka, tjusa, trolldom
σαγηνεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hurmata, kiehtoa, lumota, noitua, taikoa, tenhota, loihtia, loitsia
σαγηνεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: varázsolni
σαγηνεύω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: embelezar, embruxar, encantar, fascinar, hesitar
σαγηνεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czarować, oczarować, oczarowywać, zachwycić
σαγηνεύω στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fermeca
σαγηνεύω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: зачарувати, зачаруйте, принесіть, принести, приносити, чарувати, чаруйте
σαγηνεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зачароўваць
σαγηνεύω στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

σαγηνεύω ετυμολογία, σαγηνεύω συνωνυμα