lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σέβομαι

Λεξικό: αγγλικά σέβομαι
Μεταφράσεις: esteem, estimate, respect, revere, value
σέβομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ctít, dbát, hodnotit, ocenit, odhad, odhadnout, odhadovat, respektovat, úcta, uctít, uctívat, usoudit, vážnost, zhodnotit
σέβομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: achten, beachten, ehren, respektieren, schätzen, schonen, verehren
σέβομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ære, agte, agtelse, respekt, respektere, vurdere
σέβομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bienquerer, estimar, honrar, respetar, tasar, valorizar, venerar
σέβομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: considérer, estime, estimer, évaluer, honorer, respecter, révérer, vénérer
σέβομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apprezzare, calcolare, conto, onorare, pregio, rispettare, stima, stimare, valutare, venerare
σέβομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ære, akte, aktelse, hedre, høyakte, respekt, respektere, verdsette, vurdere
σέβομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: оценивать, соблюдать, уважать
σέβομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktning, respekt, respektera, skona, uppskatta, värdera, värdering
σέβομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: nderoj
σέβομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паважаць, шанаваць
σέβομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arvioida, arvostaa, harkita, kunnioittaa
σέβομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: becsül, tisztelni
σέβομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gerbti
σέβομαι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apreciar, avaliar, estimar, honrar, orçar, respeitar, taxar, valorizar, venerar
σέβομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: поважати, уважати, шанувати
σέβομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: szanować
σέβομαι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σέβομαι συνώνυμα, σέβομαι τη διαφορετικότητα, σέβομαι αντώνυμο, σέβομαι τον εαυτό μου, σέβομαι τους νεκρούς και όταν ακόμη είναι ζωντανοί, σέβομαι στα αγγλικά, σέβομαι στα αρχαία, σέβομαι ορισμός, σέβομαι λεξικο