lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: σάρκα

Λεξικό: αγγλικά σάρκα
Μεταφράσεις: blackbody, body, corpus, council, flesh, pulp, sorbet, cut, meat
σάρκα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: celek, dřík, dužina, maso, podstata, sbor, soubor, tělesnost, těleso, tělo, trup, dužnina
σάρκα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fleisch, körper, leib, rumpf
σάρκα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kød, korpus, krop, legeme, materie, torso
σάρκα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: carne, cuerpo, sólido, pulpa
σάρκα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chair, charnu, corps, pulpe, haché, viagèrement, viande
σάρκα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: carne, corpo, polpa
σάρκα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kjøtt, korpus, kropp, legeme, materie, skrott, hull, kjøttdeig, kjøttfarse, knøtt
σάρκα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: корпус, мясо, плоть, тело, мякоть
σάρκα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: korpus, kropp, lekamen, materie, skrott, hull, kött
σάρκα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mish, trup
σάρκα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: корпус, тяло, месо
σάρκα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: плоць, мякаць, мяса
σάρκα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ihu, keha, liha
σάρκα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: keho, liha, ruho, ruumis
σάρκα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tijelo, meso
σάρκα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: holttest, test, hús
σάρκα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kūnas, liemuo, mėsa
σάρκα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: carne, corpo, cueiro, polpa
σάρκα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: carne, corp
σάρκα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: telo
σάρκα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акція, біржовий, гомілка, запас, запаси, збірник, каркас, кодекс, корпус, опора, підпора, плоть, сировина, склад, тіло, фонд, фонди, фондовий, кашка, лагідний, ніжний, тендітний
σάρκα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciało, miąższ, mięso
σάρκα στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: mäso
σάρκα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

σάρκα με σάρκα, σάρκα στο ζώο, σάρκα και αίμα, σάρκα από τη σάρκα μου, σάρκα αφηγήσεισ, σάρκα και οστά, σάρκα πολυχρονάκης δημήτρης, σάρκα μία, σάρκα και ψυχή, σάρκα και αίμα ταινία