lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

δένω στα ρωσικά

Λέξη: δένω (Αριθμός των γραμμάτων: 4)
Λεξικό: ελληνικά-ρωσικά
Μεταφράσεις (13): привязывать, вязать, завязывать, сопрягать, вязание, вязка, плетение, сопряжение, объединять, совмещать, соединять, сочетать, сращивать
 
Εκτίμηση:
(4/5)
 
Σχετικές λέξεις: ρωσικά δένω, ρήμα δίνω, κόμπο δένω, δένω το γάιδαρό μου, δένω συνώνυμα, δένω δένομαι, δένω στα ρωσικά, привязывать στα ελληνικά
δένω στα ρωσικά