lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ρεύμα

Λεξικό: αγγλικά ρεύμα
Μεταφράσεις: current, stock, drift, electricity, flux, juice, stream, tide
ρεύμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obvyklý, proud, tok
ρεύμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gängig, geläufig, laufend, drift, strolche, strom, strömung
ρεύμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gangbar, strøm, drift, vekselstrøm
ρεύμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: circulante, corriente, flujo
ρεύμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: circulant, courant, mois, rivière
ρεύμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: corrente
ρεύμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gangbar, strøm, drift, vekselstrøm
ρεύμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вращательный, течение, ток
ρεύμα στα ρωσικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vool, hoovus
ρεύμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: virta, virtaus
ρεύμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: srautas, srovė
ρεύμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: corrente, fluxo, vulgar, transverso
ρεύμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: curent
ρεύμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: tok
ρεύμα στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obiegowy, prąd
ρεύμα στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: drift, ström
ρεύμα στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: плынь, струмень, такавішча, ток, хада, ход, цячэнне
ρεύμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: áram
ρεύμα στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: prúd
ρεύμα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вихід, вхід, галерея, коридор, макака, плин, прийняття, прохід, проходження, струм, тенор, течію, течія
ρεύμα στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

ρεύμα του κόλπου, ρεύμα πολιτών εορδαίας, ρεύμα κόρου, ρεύμα χωρίς δεη, ρεύμα 1, ρεύμα βραχυκύκλωσης, ρεύμα νέων σοσιαλιστών, ρεύμα ζεύξης, ρεύμα νυχτερινό, ρεύμα στα αγγλικά