lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ρίξιμο

Λεξικό: αγγλικά ρίξιμο
Μεταφράσεις: blow, cast, dart, hurl, projection, shy, throw, toss, wave
ρίξιμο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: házení, házet, hod, hodit, hození, metání, pohled, projekce, promítání, průmět, rána, troubit, úder, vrh, vrhání, vrhat, vrhnout, vyhodit, vyhození
ρίξιμο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: guss, hieb, projektion, schlag, stadtverwaltung, staffel, stoß, würdigung, wurf
ρίξιμο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kast, kaste, slag, støt
ρίξιμο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arrojar, echar, golpe, lance, lanzamiento, lanzar, proyección, puñetazo, tirada, tirar, tiro
ρίξιμο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aperçu, corner, coup, épure, ichnographie, jet, jetée, lancement, lancer, orthographie, penalty, projection, rétrospection
ρίξιμο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avventare, botta, colpo, getto, lanciare, lancio, percossa, proiezione, scagliare, tiro
ρίξιμο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avstøpning, kast, slag, slenge, spruta, støt
ρίξιμο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бросок, метание, посыл, удар, швырок
ρίξιμο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kast, spruta
ρίξιμο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: удар
ρίξιμο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кідок
ρίξιμο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: viskama
ρίξιμο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: heitellä, heittää, heitto, isku, kolahdus, paiskata
ρίξιμο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bacanje, baciti, hitac
ρίξιμο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alaprajz, dobás, fújás, fúvás, vetület
ρίξιμο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: mesti, smūgis, sviesti
ρίξιμο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acometida, arrojar, atirar, golpe, lançamento, pancada, repente, tirada, tirar
ρίξιμο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: şoc
ρίξιμο στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: боязкий, висота, виступ, вкидати, вкинути, закинути, кидати, кидатися, кидок, кинути, кинутися, крикун, линути, метання, метати, метнути, муляж, мчати, мчатися, натиск, нахил, падіння, полохливий, помчати, похваляння, проект, проектування, проекція, розташовувати, розташувати, соромливий, спішний, схил, шелестіти, шина
ρίξιμο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rzut
ρίξιμο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ρίξιμο χαρτιών, ρίξιμο χαρτιών με απλή τράπουλα, ρίξιμο ταρώ, ρίξιμο πόντων, ρίξιμο χαρτιών online, ρίξιμο χαρτιών κατίνας, ρίξιμο με απλή τράπουλα, ρίξιμο απλής τράπουλας, ρίξιμο καρτών ταρώ, ρίξιμο χαρτιών για ερωτευμένους