lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ράγισμα

Λεξικό: αγγλικά ράγισμα
Μεταφράσεις: burst, chap, crack, crevasse, crevice, fissure, fracture, interstice, leak, rift, rip, rupture, split, cranny, flaw, scratch, trait, aperture, chink, cleavage, cleft, slot, gap, pussy, slit, space
ράγισμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: díra, lom, praskat, prasklina, prasknutí, přetrhnout, přetržení, průlom, pukat, puklina, puknout, rozsedlina, rozštěp, roztrhnout, roztržení, štěrbina, trhlina, trhlinka, zlomení, zlomenina, oděrka, odřenina, škrábnutí, škrtnutí, nedostatek, otvor, spára, drážka, rozparek, rýha, žlábek
ράγισμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufbruch, bersten, bruch, explosion, kluft, riss, spalte, sprung, ritz, ritze, schramme, schlitz, spalt, nute
ράγισμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: brist, briste, brud, eksplosion, karl, revne, spalte, sprængning, grabbe, rift, kløft, skar
ράγισμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: fisura, fractura, grieta, hendidura, quiebra, raja, rasgadura, rotura, ruptura, rajadura, tacha, abertura, apertura, falla, ranura
ράγισμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brisure, crevaison, crevasse, crever, crique, déchirure, éclatement, fêlure, fissure, fracture, gerçure, rupture, tapure, égratignure, fente, gerce, rayure, faille, lézarde, ouverture, scissure, rainure
ράγισμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: crepa, crepaccio, crepare, crepatura, fenditura, fessura, frattura, rottura, scoppiare, scoppio, spaccatura, squarcio, strappo, graffio, abboccatura, apertura, asola, incrinatura, spiraglio, feritoia
ράγισμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: brist, brudd, grabb, karl, kille, revne, spalte, sprekk, sprika, repa, reva, rift, riss, hull, kløft, springa, gap, lekk, skar
ράγισμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: взрыв, трещина, отверстие, скважина, щель
ράγισμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: brädd, grabb, karl, kille, rämna, spricka, repa, reva, springa, gap, skar
ράγισμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: çaj, plasë, vrimë
ράγισμα στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: трэшчына
ράγισμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: pragu
ράγισμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haljeta, halkeama, katkeama, murtuma, rako, särö, lovi, loma
ράγισμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: eksplozija, pukotina, otvor
ράγισμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elszakadás, repedés, szakítás, hasadék, rés
ράγισμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sprogimas
ράγισμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: fractura, pendida, quebradura, rasgadura, rotura, ruptura, risco, tacha, traço, abertura, fenda, fresta, rajá
ράγισμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: crăpătură
ράγισμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zlomenina
ράγισμα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бити, вада, весна, винаймати, дефект, джерело, зарубка, зламати, зламатися, коливати, коливатися, криниця, ламати, ламатися, надлом, наймати, найняти, обриватися, оренда, орендувати, перерва, перервати, перо, плата, побити, поломка, порушити, порушувати, пружина, рента, розбивати, розбити, розірвати, розламати, розрив, розривати, розтріскатися, розтріскуватися, розтрощити, розтрощувати, стрибати, стрибнути, струс, схвилюватися, тремтіти, тріпати, тріщина, трощити, трусити, трясти, трястися, хлопець, щілина, береш, виїмка, вилом, гніздо, отвір, прогалина, пролом, проміжок, проріз, щілину, паз
ράγισμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pęknięcie, rysa, szczelina, szpara
ράγισμα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ράγισμα οστού, ράγισμα στα πλευρά, ράγισμα καθρέφτη, ράγισμα ποδιού, ράγισμα δοντιού, ράγισμα πλευρών, ράγισμα πλευρού, ράγισμα λεκάνης, ράγισμα ισχίου, ράγισμα καρπού