lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πώληση

Λεξικό: αγγλικά πώληση
Μεταφράσεις: auction, sale, disposition, negotiation, retailing, consumption, marker, sales, too
πώληση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dražba, odbyt, prodej, vyjednávání, výprodej, příliš
πώληση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: auktion, verkauf, vertrieb, abgang, absatz
πώληση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: salg, forhandling, omsætning, alt for, for
πώληση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: subasta, venta, aliciente, negociación, demasiado, despacho
πώληση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: licitation, vacation, vente, aliénation, débit, défaite, liquidation, lunetterie, mévente, négociation, pour-compte, survente, achalandage, trop
πώληση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: asta, licitazione, vendita, cessione, liquidazione, negoziato, smercio, spaccio, trattativa
πώληση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: auksjon, salg, ekspedering, forhandling, omsetning, altfor, avsats, for
πώληση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аукцион, продажа, переговоры, сбыт, слишком
πώληση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: auktion, svalg, alltför, åtgång, avsats, avsättning, for, omsättning
πώληση στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аўкцыён, продаж, вельмі, задужа, залішне, занадта
πώληση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: müük
πώληση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: menekki, myynti, liiaksi, liian
πώληση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prodaja, previše
πώληση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aukció, árusítás, darusítás, eladás, értékesítés
πώληση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pardavimas, derybos
πώληση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: venda, venta, feria, demais, demasia, demasiadamente, demasiado, despacho, exagerado
πώληση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: licitaţie
πώληση στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аукціон, диспозиція, збут, збутовий, маркетинг, натура, продаж, розміщення, розпорядження, розпродаж, розташування, схильність, усвідомлення, дуже, занадто, надто, також, теж
πώληση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aukcja, sprzedaż, zbyt
πώληση στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: príliš
πώληση στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, πώληση μεταχειρισμένων κινητών, πώληση αυτοκινήτου, πώληση επιχειρήσεων, πώληση αδμηε, πώληση ελληνικού, πώληση αυτοκινήτων, πώληση χρυσού, πώληση χρυσής λίρας, πώληση αρβανιτίδη