lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πόδι

Λεξικό: αγγλικά πόδι
Μεταφράσεις: foot, leg, feet, footer, sole, cutlet
πόδι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chodidlo, noha, patka, podstavec, spodek, stopa, úpatí
πόδι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bein, fuß, keule
πόδι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ben, bien, fod, lår, pote, procent
πόδι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: pata, pie, pierna
πόδι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arpion, fumeron, gigot, gigue, jambe, patte, pied, pincette, ripaton, standard, taux, bobo, cuissot
πόδι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: gamba, piede, zampa
πόδι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bein, ben, fot, føtter, lår, prosent
πόδι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: нога, окорок
πόδι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ben, fot, fötter, lår
πόδι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: këmbë
πόδι στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: нога
πόδι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: нага, не, на
πόδι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jalam, jalg
πόδι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jalka, jalkaterä, koipi, sääri
πόδι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: noga, stopalo
πόδι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: láb, lábfej, talp
πόδι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: koja, pėda
πόδι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: pata, pé, perna, pie
πόδι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: noga, stopalo
πόδι στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: noha
πόδι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гомілка, нога
πόδι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: noga, stopa, udziec
πόδι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πόδι της χήνας, πόδι της καμήλας, πόδι χήνας, πόδι του αθλητή, πόδι μονάδα μέτρησης, πόδι καμήλας, πόδι ανατομία, πόδι διαβητικού, πόδι μέτρο, πόδι του μόρτον