lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πυρκαγιά

Λεξικό: αγγλικά πυρκαγιά
Μεταφράσεις: blaze, blazing, camp-fire, fire, firing, glow, gunfire, light, lit
πυρκαγιά στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: krb, oheň, ohniště, palba, plamen, požár, střelba, topeniště, zápal
πυρκαγιά στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: brand, feuer, feuerstelle, flamme, glut, lohe
πυρκαγιά στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bål, brand, flamme, fyr, ild, lys, lyse
πυρκαγιά στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: fuego, incendio, llama, llamarada, lumbre
πυρκαγιά στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: enfilade, feu, flambée, flamme, foyer, incendie, tir, tiraillerie, pare-feu
πυρκαγιά στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fiamma, fuoco, incendio, tiro, antincendio
πυρκαγιά στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bål, bluss, brann, brasa, eld, flamma, flamme, fyr, ild, lys, lyse
πυρκαγιά στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: огонь, пламя, противопожарный
πυρκαγιά στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: brann, brasa, eld, flamma, fyr, ilad, låga, lyse
πυρκαγιά στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: flakë, zjarr
πυρκαγιά στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: огън
πυρκαγιά στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: агонь, полымя
πυρκαγιά στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: leek
πυρκαγιά στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ammunta, liekki, palo, roihu, tuli, tulipalo
πυρκαγιά στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: plamen, požar
πυρκαγιά στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: láng, tűz
πυρκαγιά στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gaisras, liepsna, ugnis
πυρκαγιά στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: chama, fogo, incêndio, labareda, paixão
πυρκαγιά στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ogenj
πυρκαγιά στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: oheň
πυρκαγιά στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вогник, вогонь, елемент, живий, живіть, жити, запалити, запалювати, засвітити, легкий, мерехтіння, мерехтіти, мешкати, мигтіння, огонь, освітити, пожити, проживати, прямий, світлий, світло
πυρκαγιά στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ogień, przeciwpożarowy
πυρκαγιά στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: foc
πυρκαγιά στα ρουμανική »