lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πυκνός

Λεξικό: αγγλικά πυκνός
Μεταφράσεις: bushy, compact, dense, quickset, thick, thickset, coherent, cohesive, indiscrete, tenacious, tight, viscid, viscous
πυκνός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: celistvý, chundelatý, houština, hustě, hustý, hutný, kompaktní, početný, silný, stlačený, těžkopádný, tlustý, tupý, koherentní, logický, pevný, soudržný, souvislý, spojitý, tuhý
πυκνός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dicht, dick, kompakt, stark, fest, geschlossen, dickflüssig, sämig, seimig, zäh
πυκνός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kompakt, sig, tæt, tyk, tykke, telt
πυκνός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apretado, compacto, concreto, denso, espeso, grueso, tupido, coherente
πυκνός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compact, concret, dense, dru, épais, fourni, fourré, hirsute, luxuriant, pâteux, serré, touffu, coercible, cohérent, consistant, suivi
πυκνός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: compatto, denso, fitto, folto, grosso, sodo, spesso, coerente
πυκνός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kompakt, seig, tært, tett, tykk
πυκνός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: густ, густой, дремучий, плотен, плотный, толстый, компактный, наварный
πυκνός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tät, tett, tjock
πυκνός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: грубы, густы, шчыльны
πυκνός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: paks
πυκνός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: paksu, sakea, sankka, taaja, takkuinen, tiheä, tuuhea, tiukka, yhtenäinen
πυκνός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bozontos, busa, sűrű, vastag
πυκνός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: storas, tankus, tirštas
πυκνός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apertado, basto, cena, cerrado, compacto, denso, espesso, frondoso, grosso, pastoso, coerente
πυκνός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hustý
πυκνός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бархатистий, близький, близько, великодушний, густий, густій, густої, густою, добрий, завершення, закривати, закрити, закриття, зачинити, зачиняти, компактний, кущистий, масивний, масований, мутний, огрядний, послідовний, рясний, рясній, рясної, рясною, стійкий, твердий, цупкий, щедрий, щільний
πυκνός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gęsty, spoisty, zawiesisty
πυκνός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πυκνός μαστός, πυκνός και λιτός λόγος, πυκνός συνώνυμα, πυκνός λόγος, πυκνός και λιτός λόγος περίληψη, πυκνός αντώνυμο, πυκνόσ μετάφραση, πυκνός αντώνυμα