lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πρόσφατος

Λεξικό: αγγλικά πρόσφατος
Μεταφράσεις: late, recent, fresh, new, ruddy
πρόσφατος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nedávný, nový, čerstvý, mladý, svěží
πρόσφατος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: jüngst, neu, frisch, frischen
πρόσφατος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: moderno, reciente, flamante, fresco, nuevo, recién
πρόσφατος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: récent, chaud, frais, neuf, nouveau, sain, tendre, vert
πρόσφατος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: recente, fresco, moderno, novellino, novello, nuovo
πρόσφατος στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: недавний, новый, свежий
πρόσφατος στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: äskeinen, raikas, raitis, tuore, uusi
πρόσφατος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: legutóbbi, friss, üde
πρόσφατος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: recente, decente, fresco, novo, suevo
πρόσφατος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niedawny, świeży
πρόσφατος στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fersk, fræk, frisk, ny, sund
πρόσφατος στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fersk, frisk, ny
πρόσφατος στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: färsk, fesk, fräsch, frisk, ny
πρόσφατος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дзевяць, новы
πρόσφατος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: uudne, uus, värske
πρόσφατος στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nov, svjež
πρόσφατος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gaivus, naujas, šviežias, vėsus, žvalus
πρόσφατος στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: nou
πρόσφατος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: nov
πρόσφατος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: новий, свіжий
πρόσφατος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

πρόσφατος σεισμός, πρόσφατος συνώνυμο, πρόσφατος σεισμός στην ελλάδα, πρόσφατος νόμος για τα ναρκωτικά