lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πρόσθετο

Λεξικό: αγγλικά πρόσθετο
Μεταφράσεις: accessory, accompaniment, addendum, adding, addition, additive, add-on, adjunct, allowance, annex, appendage, appendix, bonus, complement, condiment, enclosure, exordium, extra, premium, pullout, pull-out, spice, supplement, surplus, weighting
πρόσθετο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: apendix, dodatek, dodatky, doložka, doplněk, náhrada, podpora, povolení, přídavek, přídavný, příloha, příplatek, připojený, přirážka, přírůstek, přísada, příspěvek, přívěšek, sčítání, udělení, vedlejší
πρόσθετο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: accessoire, addition, anhang, appendix, beiblatt, beifügung, beigabe, beiheft, beilage, einlage, ergänzung, nachtrag, supplement, zug, zugabe, zulage, zusatz, zuschuss, zuwachs
πρόσθετο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: addition, anhang, bidrag, bilag, blindtarm, bonus, forøgelse, supplement, tilsætning
πρόσθετο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: accesorio, adición, añadidura, apéndice, aumento, complemento, subsidio, suplemento
πρόσθετο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accessoire, addenda, addition, ajout, ajouté, appendice, augment, aveline, complément, extra, indemnité, mélange, rajout, supplément
πρόσθετο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accessorio, addizione, aggiunta, appendice, aumento, completamento, giunta, incremento, indennità, somma, supplemento
πρόσθετο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anhang, barnbidrag, bidrag, bilag, blindtarm, bonus, ekstraskatt, godtgjørelse, pålegg, supplement, tilføyelse, tillegg, tilsetning, tilvekst
πρόσθετο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: добавка, добавление, дополнение, прибавка, придаток, приложение
πρόσθετο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anhang, appendix, barnbidrag, bidrag, bihang, bonus, supplement, tillägg, tillbehör, tillsats
πρόσθετο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: добавка, приложение, събиране
πρόσθετο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дадаванне, дадатак, дапаўненне, прыбаўленне, прыдатак
πρόσθετο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: liitmine, lisa, täiendus
πρόσθετο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: korvaus, liite, lisälehti, lisäys
πρόσθετο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dodatak
πρόσθετο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: adalék, féregnyúlvány, hozzávaló, összeadás, pótkötet, pótlék, ráadás, tartozékos, vakbél
πρόσθετο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sudėtis
πρόσθετο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acessório, acréscimo, adição, adiciona, agregado, anexo, apêndice, aumento, complemento, emenda, subsidio, suplemento
πρόσθετο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: adaos, adunare
πρόσθετο στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dodatek
πρόσθετο στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анексувати, вершник, висновок, добавка, добавлення, додавання, додання, додаток, доповнення, збільшення, підсилення, підсилювання, помічник, поправка, поширення, придаток, приєднати, приєднувати, приналежність, приріст, розширення, супровід
πρόσθετο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dodatek
πρόσθετο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πρόσθετο βενζίνης, πρόσθετο συνώνυμα, πρόσθετο βενζίνης wurth, πρόσθετο πρωτόκολλο εσδα, πρόσθετο μέλος σε πιστωτική κάρτα, πρόσθετο επίδομα τέκνου, πρόσθετο εισόδημα, πρόσθετο μέρισμα, πρόσθετο πετρελαίου, πρόσθετο μολύβδου