lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πρόσβαση

Λεξικό: αγγλικά πρόσβαση
Μεταφράσεις: access, assault, attack, bout, fit, offensive, raid, approach, accession, attempt, foray, heist, hold-up, incursion, inroad, invasion, jag, mugging, onset, onslaught, robbery
πρόσβαση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: napadení, nával, přepadení, přístup, útok, vstup, výpad, záchvat, zteč, nastoupení, nástup, přistoupení, invaze, nápor, přepad, vpád, výbuch, zásah, příchod
πρόσβαση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anfall, angriff, ansturm, attacke, sturm, zugang, zutritt, anfahrt, zufahrt, anwandlung, überfall
πρόσβαση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: adgang, angreb, tilgang, overall, rad, raid
πρόσβαση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acceso, accidente, achaque, acometida, arremetida, asalto, ataque, embestida, entrada, ofensiva, agresión, atentado, atraco
πρόσβαση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accès, assaut, attaque, accession, agression, atteinte, bouffée, bourrasque, envahissement, guet-apens, hold-up, paroxysme, quinte, razzia, abord
πρόσβαση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accesso, adito, assalto, attacco, attentato, carica, entratura, aggressione, rapina, razzia
πρόσβαση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: adgang, anfall, angrep, framstøt, overfall, tokt, tilgang, innfall, rad, raid, strandhugg, atkomst
πρόσβαση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: атака, доступ, нападение, наступление, припадок, подъезд, набег
πρόσβαση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anfall, angrep, angrepp, attack, framstöt, ingång, inträde, tillgång, rad, raid, strandhugg, tillträde
πρόσβαση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: aderim, sulm
πρόσβαση στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: атака, нападзенне, доступ
πρόσβαση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: rünnak, ründama, vägistamine
πρόσβαση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hyökkäys, kohtaus, rynnäkkö, ratsia, rynnistys, väkirynnäkkö
πρόσβαση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: napad, pristup
πρόσβαση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bemenet, csörte, behajtás, bejárás, hozzáférés, betörés, támadás
πρόσβαση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ataka
πρόσβαση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aceso, acesso, acometida, agressão, arremetida, ataque, crise, entrada, ofensiva, atentado, atraco
πρόσβαση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: acces, atac
πρόσβαση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: napad, ofenziva
πρόσβαση στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: útok, prístup
πρόσβαση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: атака, доступ, натиск, агресія, видаток, звинуватити, звинувачення, звинувачувати, напад, обвинувачення, початок, призначати, призначити, ціна, визнання, вступ, вступний, вхід, допущення, зізнання, прийняття, прийом, припущення
πρόσβαση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: atak, dojazd, dojście, napad, przystęp
πρόσβαση στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: атака
πρόσβαση στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

πρόσβαση συνώνυμο, πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα, πρόσβαση στο πεδίο έρευνας, πρόσβαση σε έγγραφα, πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα, πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πρόσβαση φροντιστήριο, πρόσβαση σε ιδιωτικά έγγραφα, πρόσβαση βέροια, πρόσβαση αντωνυμο