lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πρωταθλητής

Λεξικό: αγγλικά πρωταθλητής
Μεταφράσεις: champion, artist, champ, chef, craftsman, emcee, foreman, maestro, master, mastermind, whiz, advocate, attorney, barrister, counsel, defence, defender, guardian, halfback, half-back, libertarian, pleader, protector, vindicator, record-holder
πρωταθλητής στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bojovník, přeborník, šampión, vítěz, zastánce, mistr, pán, velitel, vládce, zaměstnavatel, advokát, chránič, obhájce, obránce, ochránce, protektor, rekordman
πρωταθλητής στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: champion, meister, gebieter, herr, maestro, advokat, anwalt, beschützer, bevollmächtigte, rechtsanwalt, verteidiger, rekordhalter
πρωταθλητής στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: campeón, amo, dueño, maestro, abogado, defensa, defensor, protector
πρωταθλητής στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: champion, championne, gymnasiarque, maestro, maître, superchampion, apologiste, avocat, défenseur, protecteur, tenant, recordman
πρωταθλητής στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: campione, fuoriclasse, maestro, padrone, avvocato, difensore, legale, paladino, patrocinante, protettore, terzino
πρωταθλητής στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: чемпион, господин, искусник, мастер, маэстро, мэтр, адвокат, заступник, защитник, рекордист, рекордсмен
πρωταθλητής στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: чэмпіён, майстар, абаронца, апякун
πρωταθλητής στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: esitaistelija, kaitsija, puolustaja, suojelija
πρωταθλητής στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: šampion, majstor, advokat, branitelj, odvjetnik
πρωταθλητής στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: campeão, amo, dono, habilidoso, maestro, mestre, patrão, senhor, abonado, advogado, defensa, defensor, protector
πρωταθλητής στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: campion, avocat
πρωταθλητής στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: чемпіон, бригадир, виконроб, виробник, вождь, маестро, майстер, майстре, творець, адвокат, берегти, варта, віруючий, захисник, оберігати, оборонець, охорона, охороняти, пильнувати
πρωταθλητής στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czempion, mistrz, obrońca, rekordzista
πρωταθλητής στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ener, herre, hersker, mester, advokat, back, forkaste, forsvarer, jurist, sagfører
πρωταθλητής στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ener, herre, mester, advokat, back, forkaste, forsvarer
πρωταθλητής στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: enver, mästare, advokat, back
πρωταθλητής στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: meister, advokaat, kaitsja, valvur
πρωταθλητής στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bajnok, mester, hátvéd, ügyvéd, védelmező, védő
πρωταθλητής στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: meistras, valdovas, advokatas, gynėjas, teisininkas
πρωταθλητής στα λιθουανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: avokat, mbrojtës
πρωταθλητής στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: адвокат
πρωταθλητής στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: advokat, odvetnik
πρωταθλητής στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

πρωταθλητής εφημερίδα, πρωταθλητής στο σκάκι από το 1985 έως το 1993, πρωταθλητής ευρώπης ο ολυμπιακός, πρωταθλητής ελλάδος στο θαλάσσιο σκι με τον ναυτικό όμιλο βουλιαγμένης, πρωταθλητής ο ολυμπιακός, πρωταθλητής ευρώπης ολυμπιακός, πρωταθλητής μπάσκετ 2012, πρωταθλητής καλλιθέας, πρωταθλητής εφημερίδα τηλέφωνο, πρωταθλητής ευρώπης