lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προχωρώ

Λεξικό: αγγλικά προχωρώ
Μεταφράσεις: advance, breveted, promote, hitch, jiggle, jog, move, sashay, shove, trek, obtrude, protrude
προχωρώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: navrhovat, podporovat, pokračovat, pokročit, postoupit, postupovat, povýšit, předložit, půjčit, uspíšit, chodit, jít, navrhnout, pokrok, postrkovat, postup, posun, posunout, posunovat, přimět, šinout, šoupat, strčit, strkat, záloha, vysunout
προχωρώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufzusteigen, befördern, fördern, vorrücken, gleiten, rücken, schieben, stoßen, weiterkommen, aufziehen, herausrücken, hinausschieben, vorschieben
προχωρώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: befordre, skubbe
προχωρώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ascender, promover, subir, adelantar, avanzar, empujar, hacer, mover, progresar, sacar
προχωρώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avancer, monter, posage, promouvoir, pousser, progresser, tirer
προχωρώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avanzare, promuovere, anticipo, avanzata, filare, gettare, sospingere
προχωρώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avansere, befordre, knuffa, skri, skubbe, skyve
προχωρώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avancera, befordran, knuffa, skrida
προχωρώ στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: edistää, lykätä, työntää
προχωρώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adiantar, ascender, avançar, promover, empurrar, menear, mover, progredir
προχωρώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: awansować, posuwać, wysuwać
προχωρώ στα πολωνική »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: двигать, подвигать, толкать, выдвигать, высовывать
προχωρώ στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пхаць, соваць, соўгаць, цягнуць, штурхаць
προχωρώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tõukama
προχωρώ στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: gurati
προχωρώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ворушити, ворушитися, ворушіння, двигати, заохочувати, збуджувати, збудити, посувати, просувати, рухайте, рухати, стимулювати, схиляти
προχωρώ στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

προχωρώ συνώνυμα, προχωρώ αγγλικά, προχωρώ συνώνυμο