lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προσωρινός

Λεξικό: αγγλικά προσωρινός
Μεταφράσεις: makeshift, momentary, temporary, transient, casual, immediate, random, provisional, provisory, interim, midlevel, transition, transitional, transitory, interlocutory, modifiable, reprieve, temp, temporal, volatile
προσωρινός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chvilkový, dočasný, momentální, mžikový, okamžitý, přechodný, provizorní, prozatímní, bezprostřední, míjivý
προσωρινός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: augenblicklich, einstweilig, kurzzeitig, momentan, provisorisch, vorläufig, vorübergehend, zeitweilig, sofortig, standrechtlich, behelfsmäßig, notdürftig, flüchtig, vorübergehender
προσωρινός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forbigående, foreløbig, summarisk, umiddelbar, midlertidig, provisorisk, kortvarig, temporær
προσωρινός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: instantáneo, momentáneo, provisional, temporal, eventual, inmediato, interino, pasajero, transeúnte, transitorio
προσωρινός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: instantané, momentané, provisoire, temporaire, immédiat, démarrage, intermédiaire, passager, transitoire, intérimaire, morgue, provisionnel
προσωρινός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: momentaneo, provvisorio, temporaneo, passeggero, transitorio, precario
προσωρινός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forbigående, foreløpig, øyeblikkelig, summarisk, umiddelbar, provisorisk, gjennomgående, kortvarig, midlertidig, temporær, tilfeldig
προσωρινός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: временный, немедленный, провизорный, мимолетный, переходный, пропускной, проходной
προσωρινός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: övergående, tillfällig, summarisk, provisorisk, kortvarig, temporär
προσωρινός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: часовы
προσωρινός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ajutine
προσωρινός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hetkellinen, tilapäinen, väliaikainen, lähin, välitön, lyhytaikainen, ohimenevä
προσωρινός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: privremen
προσωρινός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: pillanatnyi, átmenet, átmeneti, ideiglenes
προσωρινός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: breve, curto, fugaz, interino, momentâneo, provisional, provisório, temporal, eventual, imediato, temporário, passageiro, passajara
προσωρινός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: група-допомога, заміна, короткостроковий, тимчасовий, умовний
προσωρινός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chwilowy, doraźny, prowizoryczny, przejściowy, tymczasowy
προσωρινός στα πολωνική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: laikinas
προσωρινός στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

προσωρινός διαχειριστής, προσωρινός πίνακας κατάταξης νεριτ, προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, προσωρινός αντώνυμο, προσωρινός στα αγγλικά, προσωρινός συνώνυμα, προσωρινόσ ενεργειακόσ επιθεωρητήσ, προσωρινός έλεγχος φπα, προσωρινός πίνακας κατάταξης στο πρόγραμμα «κοινωφελούς εργασίας», προσωρινόσ πίνακασ κατάταξησ για το πρόγραμμα κοινωφελούσ χαρακτήρα