lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προσωπικό

Λεξικό: αγγλικά προσωπικό
Μεταφράσεις: cadre, depot, personnel, staff, complementing, crew, man
προσωπικό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: osádka, osazenstvo, personál, personální, mužstvo, parta
προσωπικό στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: belegschaft, kader, personal, besatzung, mannschaft
προσωπικό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: personale, stab, mandskab
προσωπικό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: personal, plantilla, dependencia, guarnición, tripulación
προσωπικό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cadres, personnel, antipersonnel, équipage, équipe, garnison
προσωπικό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: personale, organico, equipaggio, maestranza
προσωπικό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kader, personale, personal, personell, stab, besetning, gjeng, mannskap
προσωπικό στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кадры, персонал, коллектив, экипаж
προσωπικό στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kader, personal, stab, besättning, manskap
προσωπικό στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: personel
προσωπικό στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: персонал
προσωπικό στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: personal, meeskond
προσωπικό στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: henkilökunta, joukkue, porukka
προσωπικό στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: személyzet, állomány, személyi
προσωπικό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: personalas, įgula
προσωπικό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: pessoal, berlinda
προσωπικό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kadra, personel, załoga
προσωπικό στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: персанал
προσωπικό στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кадри, персонал, автобус, бригада, вагон, екіпаж, карета, команда, компанія, товариство, тренер, тренувати, фірма
προσωπικό στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

προσωπικό ιδιωτικής ασφάλειας, προσωπικό εδάφους, προσωπικό ασφαλείας, προσωπικό νεύρο, προσωπικό ωροσκόπιο, προσωπικό εδάφους (check in βαλίτσες και άλλα), προσωπικό ατύχημα οδηγού, προσωπικό ιδ. ασφάλειας, προσωπικό τάδε, προσωπικό ασφαλείας εοπυυ