lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προσθέτω

Λεξικό: αγγλικά προσθέτω
Μεταφράσεις: add, append, eke, hearten, lend, annotate, enclose, join
προσθέτω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dodat, dodávat, dokládat, přičíst, přidat, přidávat, přimíchat, připojit, sčítat, sečíst, zvětšit, družit, přiložit, spojit, spojovat
προσθέτω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: addieren, begleiten, beifügen, hinzufügen, summieren, zugeben, zusammenrechnen, zusetzen, anschließen, beilegen, fügen, gesellen, verbinden, vereinigen, zufügen, zusammenfügen, zusammenschließen
προσθέτω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: addere, summere, tilføje, annektere, forbinde
προσθέτω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adicionar, agregar, añadir, sumar, adjuntar, aunar, juntar
προσθέτω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: additionner, ajouter, intercaler, interpoler, rajouter, sommer, adjoindre, annexer, inclure, joindre
προσθέτω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addizionare, aggiungere, soggiungere, sommare, accludere, allegare, congiungere, connettere, raggiungere, unire
προσθέτω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: addere, summere, tilføye, tillegge, tilsette, annektere, forbinde, vedlegge
προσθέτω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: добавлять, прибавлять, придавать, прилагать, присовокуплять, присоединять, соединять
προσθέτω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: summera, tillägga, vidfoga
προσθέτω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtoj
προσθέτω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дабаўляць, дадаваць, павялічваць, прыбаўляць, далучаць
προσθέτω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lisätä, liittää
προσθέτω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: összead, hozzácsatolni, mellékelni
προσθέτω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abado, acrescentar, adicionar, agregar, somar, alunar, juntar
προσθέτω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pridať
προσθέτω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: добавити, добавляти, додавати, додайте, додати, нарощувати, прибавити, прибавляти, приєднайте, анексувати, всисати, додаток, поглинути, поглиньте, приєднати, приєднувати
προσθέτω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dodawać, dołączać
προσθέτω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sastaviti
προσθέτω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

προσθέτω και αφαιρώ δεκαδικούς αριθμούς, προσθέτω συνώνυμα, προσθέτω αόριστος, προσθέτω συνώνυμο, προσθέτω και αφαιρώ, προσθέτω αγγλικά, προσθέτω και αφαιρώ δ τάξη, προσθέτω πόντους, προσθέτω προσθέτεις, προσθέτω ρημα