lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προσεκτικός

Λεξικό: αγγλικά προσεκτικός
Μεταφράσεις: alive, attentive, heed, heedful, intent, guarded, provident, wary, cagey, care, careful, carefulness, caution, cautious, chary, circumspect, farsighted, far-sighted, leery, mindful, prospective, prudent, reserved, safe, scrupulous, shy, precautionary, considerate, deliberate, demure, discreet, judicious, politic, prudential, sagacious, sage, thoughtful, observant, particular, watchful
προσεκτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bedlivý, ostražitý, pozorný, obezřelý, obezřetný, opatrný, rezervovaný, rozumný, rozvážný, vyhrazený, zdrženlivý, chytrý, předvídavý, prozíravý, moudrý, mudrc, promyšlený, rozmyslný, uvážený, uvážlivý, ohleduplný
προσεκτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: achtsam, aufmerksam, bedachtsam, umsichtig, bedächtig, behutsam, besonnen, klug, reserviert, verhalten, vorsichtig, gemessen, weise
προσεκτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: agtpågivende, opmærksom, besindig, forbeholden, fornuftig, forsigtig, klok, påpasselig, var, varlig, varsom, vis, observant
προσεκτικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atento, cauto, circunspecto, parco, cauteloso, precavido, recatado, prudente, considerado, discreto, maduro, reflexivo, sabio, sensato, cuidadoso
προσεκτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attentif, vigilant, circonspect, discret, prudent, précautionné, précautionneux, réservé, avisé, prévoyant, réfléchi, sage
προσεκτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attento, vigile, cauto, circospetto, contegnoso, guardingo, prudente, riservato, accorto, avveduto, pensieroso, saggio, savio
προσεκτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aktpågivende, aktsom, besindig, forbeholden, forsiktig, klok, påpasselig, tilbakeholden, var, varlig, varsam, varsom, vis, observant, oppmerksom
προσεκτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: внимательный, осмотрителен, осмотрительный, осторожный, бережный, заботливый, опасливый, осторожен, запаслив, запасливый, предусмотрителен, предусмотрительный, благоразумный, внимателен, пристален, пристальный, угодлив, угодливый
προσεκτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: betänksam, förtänksam, aktsam, försiktig, var, varlig, varsam, nykter, observant, påpasslig, uppmärksam
προσεκτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: уважлівы, асцярожны, прадбачлівы, абачлівы
προσεκτικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: huomaavainen, tarkka, tarkkaavainen, varovainen, älykäs, huolellinen
προσεκτικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atencioso, atento, vigilante, cauto, circunspecto, avisado, cauteloso, conservador, judicioso, precavido, prevenido, prudente, recatado, sensato, considerado, discreto, reflexivo, sábio, sagaz, cuidadoso
προσεκτικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atent, prudent
προσεκτικός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акуратний, близький, близько, витончений, вишуканий, гарний, гарно, дбайливий, завершення, закривати, закрити, закриття, замислений, красивий, лагідний, милий, обережний, пильний, приємний, ретельний, симпатичний, тактовний, уважний, хороший, боязкий, витриманий, відлюдний, завбачливий, запасний, зарезервований, навмисний, обачливий, обачний, обдуманий, обізнаний, обміркований, передбачливий, поінформований, полохливий, потайливий, рекомендовано, розважливий, розважний, розсудливий, скромний, соромливий, стриманий, далекозорий, довгоголовий, передбачення, своєчасний, зачинити, зачиняти
προσεκτικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: baczny, oględny, ostrożny, przezorny, rozważny, uważny
προσεκτικός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: opatrný, pozorný
προσεκτικός στα σλοβακική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ettevaatlik, tark, tähelepanelik
προσεκτικός στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elővigyázatos, óvatos, előrelátó, higgadt, megfontolt, figyelmes
προσεκτικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: atsargus
προσεκτικός στα λιθουανική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mudar, pažljiv
προσεκτικός στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

προσεκτικός συνώνυμο, προσεκτικός συνώνυμα, προσεκτικόσ διαπραγματευτήσ, προσεκτικός στα αγγλικά