lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προσβολή

Λεξικό: αγγλικά προσβολή
Μεταφράσεις: affront, insult, slight, snub, abusing, indignity, invective, outrage, injury, offence, pet, pique, resentment, scandal, umbrage, abuse
προσβολή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pohana, potupa, urážka, ústrk, nadávka, inzultace, křivda
προσβολή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beschimpfung, beleidigung, ehrenkränkung, kränkung, schimpfwort, schmähung, schmach
προσβολή στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afrenta, desaire, blasfemia, herida, injuria, insulto, invectiva, ultraje, agravio, denuesto, escándalo, ofensa, atropello, deshonor
προσβολή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affront, avanie, camouflet, indignité, injure, insulte, invective, offense, outrage, sottise, incartade, lèse, flétrissure
προσβολή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affronto, atrocità, ingiuria, insulto, invettiva, oltraggio, offesa
προσβολή στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: афронт, оскорбление, инвектива, поношение, обида, оскорбительность
προσβολή στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fyerje
προσβολή στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абраза, афронт, крыўда
προσβολή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: uvreda, sramota
προσβολή στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afrenta, apóstrofe, desaire, injuria, insulto, ofensa, ultraje, vilipendio, humilharia, invectiva, pique
προσβολή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: афронт, багно, бруд, ганьба, догана, збиток, злочин, обмова, ображання, ображення, образа, поранення, поранити, порушення, пошкодження, провина, рана, ранити, травма, ушкодження, виключення, виняток, жалоба, піке, скарга
προσβολή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: afront, obelga, obraza, zniewaga
προσβολή στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fornærmelse, ukvemsord, udåd
προσβολή στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fornærmelse, skjellsord, ukvemsord, anstøt, udåd
προσβολή στα νορβηγικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: loukkaus, solvaus
προσβολή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bántalmazás, megaláztatás, bántás, sérelem, sértés, mocskolódás
προσβολή στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: urážka
προσβολή στα σλοβακική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anstöt
προσβολή στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: обида
προσβολή στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

προσβολή πατρότητας, προσβολή προσωπικότητας, προσβολή δημοσίας αιδούς, προσβολή της δημοσίας αιδούς, προσβολή διαθήκης, προσβολή προσωπικότητας νομικού προσώπου, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, προσβολή διαθήκης ως πλαστής, προσβολή της σύνθεσης ή της λειτουργίας του κοινοβουλίου, προσβολή υπουργικής απόφασης