lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προσαρμόζω

Λεξικό: αγγλικά προσαρμόζω
Μεταφράσεις: adjust, fit, accommodate, adapt, comply, conform, submit, tailor, attune, posture, reset, set, customize, readjust, fix, rearrange, regularize, sort, straight, straighten, trim
προσαρμόζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: adjustovat, nastavit, přizpůsobit, rovnat, seřídit, seřizovat, upravit, uspořádat, uzpůsobit, vystrojit, přizpůsobovat, brousit, napravit, nařídit, nasadit, akomodovat, urovnat, vyhovovat, zařídit, narovnat, očistit, řadit, seřadit, sjednotit, srovnat, stanovit, uklidit, uklízet, upravovat, vyřídit
προσαρμόζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angenähert, angepasst, anpassen, modifizieren, einstellen, adaptieren, angeordnet, anordnen, eingestuft, herrichten, ordnen, zurechtlegen, zurechtmachen
προσαρμόζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: justere, indrette, lempe, tilpasse, ordne, tillempe, arrangere
προσαρμόζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adaptar, ajustar, emparejar, encajar, acomodar, orientar, acomodarse, acondicionar, ajustarse, apropiar, habilitar, adaptarse, aplicar, avenir, arreglar, desenredar, disponer, ordenar
προσαρμόζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adapter, ajuster, cadrer, appliquer, approfondir, proportionner, affûter, braquer, orienter, rebouter, remboîter, acclimater, accommoder, adopter, approprier, conformer, coulant, rapproprier, arranger, débrouiller, nettoyer, ordonner, range, ranger, rassembler
προσαρμόζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accordare, adattare, adeguare, correggere, adeguarsi, uniformare, adattarsi, aggiustare, assettare, ordinare, riordinare
προσαρμόζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anpassa, avpassa, justere, lompa, ordna, avpasse, innrette, lempe, tilpasse, innstille, tillempe, føye, arrangere, greie, ordne
προσαρμόζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: подогнать, приладить, приспособить, вправить, наставить, приспособлять, упорядочить
προσαρμόζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anpassa, avpassa, jämka, justare, lämpa, ordna, adaptera, reglera, ställa
προσαρμόζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: adaptoj
προσαρμόζω στα αλβανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hozzáigazít, hozzászab, alkalmaz, alkalmazkodik, átalakít, hozzááll, hozzáilleszteni, rendezni
προσαρμόζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acomodar, adaptar, ajeitar, ajustar, ordenar
προσαρμόζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dopasować, dostosować, nastawić, przystosować, przystosowywać, uporządkować
προσαρμόζω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kohanema
προσαρμόζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sovitella
προσαρμόζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prilagoditi
προσαρμόζω στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: adapta
προσαρμόζω στα ρουμανική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: надставіць, надтачыць, накіраваць, наставіць, прыстасоўваць
προσαρμόζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: наставити, зменшити, зменшувати, пристосовувати, пристосовуватися, пристосуватися, стримайте, стримати, стримувати, узгодьтеся
προσαρμόζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: prispôsobiť
προσαρμόζω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

προσαρμόζω συνώνυμα, προσαρμόζω τη δόση μου, προσαρμόζω αγγλικά, προσαρμόζω συνώνυμο, προσαρμόζω μετάφραση