lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προοπτική

Λεξικό: αγγλικά προοπτική
Μεταφράσεις: expectancy, lookout, look-out, outlook, perspective, prospect, view, vista, aspect, cityscape, examine, panorama, scene, sight, spectacle, vision
προοπτική στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hledisko, možnost, naděje, perspektiva, šance, výhled, vyhlídka, aspekt, divadlo, náhled, názor, podívaná, pohled, přízrak, průhled, rozhled, spatření, stránka, tvářnost, úmysl, vidění, vidina, vize, výjev, výraz, vzezření, vzhled, zrak, zřetel
προοπτική στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausblick, aussicht, perspektive, anblick, ansicht, blick, durchblick, sicht, überblick, vision
προοπτική στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: perspektiv, udsigt, åsyn, blik, panorama, påseende, sigte, sit, skue, syn, visa, vy
προοπτική στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: expectativa, perspectiva, apariencia, aspecto, espectáculo, visión, vista
προοπτική στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chance, expectative, illusion, optique, perspective, air, aspect, connaître, panorama, spectacle, vision, vue
προοπτική στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: prospettiva, apparenza, aspetto, spettacolo, veduta, visione, vista, visuale
προοπτική στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: perspektiv, utsikt, åsyn, overblikk, panorama, påseende, sikt, sikte, skue, skuespill, syn, utsyn, visa, visjon, vy
προοπτική στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: перспектива, вид, зрелище, зрение, пейзаж
προοπτική στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: perspektiv, anblick, åsyn, panorama, påseende, sikt, sikte, syn, utsikt, visa, vy
προοπτική στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: перспектива, вид, зрение
προοπτική στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: перспектыва
προοπτική στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: väljavaade, nägemine
προοπτική στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: perspektíva, távlat, kilátás, körkép, látkép, látomás, látvány, megvilágítás, panoráma, vízió
προοπτική στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: expectativa, perspectiva, aparência, aspecto, espectáculo, forma, gesto, modalidade, olhadela, porte, semblante, visão, vista
προοπτική στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: perspektíva
προοπτική στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вигляд, вид, кругозір, перспектива, аспект, бачення, брова, види, виставляння, виступ, експозиція, засіб, зір, зовнішність, краєвид, метод, образ, опис, панорама, пильність, поза, порода, породи, постава, поставити, поява, пояснення, режим, різновид, різноманітність, роди, розмаїтість, спосіб, ставити, схожість, фасон
προοπτική στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: perspektywa, widok
προοπτική στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ilmestys, katsanto, näkeminen, näkemys, näkö, näköaisti, näköala, näky, näkymä, näytelmä
προοπτική στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pogled, predstava, vid
προοπτική στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: reginys
προοπτική στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aspect, vedere
προοπτική στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zrak
προοπτική στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

προοπτική συνώνυμο, προοπτική μελέτη, προοπτική α.ε, προοπτική συνώνυμα, προοπτική βράχυνση, προοπτική αγγλικά, προοπτική english, προοπτική φωτογραφία, προοπτική ζωγραφική, προοπτική στη φωτογραφία