lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προληπτικός

Λεξικό: αγγλικά προληπτικός
Μεταφράσεις: exaggerated, excessive, exorbitant, extravagant, farfetched, far-fetched, fulsome, hyperbolic, inordinate, outré, overdone, undue, superstitious
προληπτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hyperbolický, krajní, nadměrný, nehorázný, nemírný, přehnaný, přílišný, zveličený, pověrčivý
προληπτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hyperbolisch, übermäßig, übertrieben, abergläubisch
προληπτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: overdreven
προληπτικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aparatoso, desmesurado, exagerado, exaltado, excesivo, extremado, extremoso, supersticioso
προληπτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compassé, emphatique, exagéré, exalté, excessif, hyperbolique, outrancier, outré, superstitieux
προληπτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: eccessivo, esagerato, superstizioso
προληπτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: overdreven
προληπτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: преувеличен, преувеличенный, суеверен, суеверный
προληπτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: oskälig
προληπτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: перабольшаны, перавялічаны, забабонны, прымхлівы
προληπτικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hillitön, hyperbolinen, kohtuuton, liiallinen, liika
προληπτικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szertelen, túlhajtott, túlságos, túlzó, túlzott, babonás, elfogult
προληπτικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desmesurado, exagerado, hiperbólico, supersticioso
προληπτικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: крутий, міфічний, перебільшений, утрируваний, яскравий, забобонний, марновірний
προληπτικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przesadny, zabobonny
προληπτικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

προληπτικός έλεγχος μεταβολικών νοσημάτων, προληπτικός έλεγχος ελεγκτικού συνεδρίου, προληπτικός έλεγχος δαπανών νπδδ, προληπτικός έλεγχος δαπανών ελεγκτικού συνεδρίου, προληπτικός φορολογικός έλεγχος, προληπτικός έλεγχος δαπανών, προληπτικός άνθρωπος, προληπτικός έλεγχος νεογνών, προληπτικός πόλεμος, προληπτικός έλεγχος συμβάσεων