lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προκαλώ

Λεξικό: αγγλικά προκαλώ
Μεταφράσεις: arouse, cause, effect, entail, induce, invite, procure, produce, provoke, result, spawn, goad, instigate, create, develop, elicit, engender, evoke, generate, invoke, raise, run, trigger, unfold, brave, challenge, defy
προκαλώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dát, hecovat, plodit, podnítit, předvést, přinášet, provokovat, působit, rodit, svádět, vydat, vyprovokovat, vyvolat, vyvolávat, vyzvat, vyzývat, zplodit, způsobit, dráždit, podněcovat, štvát, evokovat, jmenovat, objevit, odhalit, odhalovat, tvořit, čelit, vzdorovat
προκαλώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bewirken, bringen, hervorrufen, provozieren, verursachen, anstiften, ausrufen, erregen, heraufbeschwören, herausrufen, fordern, herausfordern, trotzen
προκαλώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fremkalde, medføre, udfordre, tirre, avle, påkalde, modig, tapper
προκαλώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arrastrar, causar, motivar, ocasionar, originar, producir, provocar, desafiar, suscitar, armar, engendrar, evocar, llamar, revelar, retar
προκαλώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amener, apporter, causer, engendrer, entraîner, occasionner, provoquer, aguicher, allume, allumer, appeler, évoquer, provoque, redemander, révéler, révolutionner, susciter, braver, défier
προκαλώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cagionare, causare, comportare, determinare, provocare, evocare, generare, indurre, suscitare, insultare, sfidare
προκαλώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: framkalla, fremkalle, medføre, tirre, provosere, avle, påkalle, kick, modig, morsk, tapper, utfordra, utfordre, utmaia
προκαλώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вызывать, провоцировать, спровоцировать, выкликать, производить
προκαλώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: afficiera, föranleda, framkalla, resultera, provocera, utmana, djärv, käck, modig, morsk, skymfa, tapper, utfordra
προκαλώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вызываць, выклікаць, прынасiць
προκαλώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aiheuttaa, aikaansaada, herättää, johtaa, tuoda, uhmata
προκαλώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: causar, desafiar, motivar, ocasionar, originar, produzir, provocar, reptar, suscitar, engendrar, evocar, revelar, arrostar
προκαλώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вивести, виводити, видобувати, видобути, визивати, виклик, викликати, викличте, вимагати, висилати, вислати, висновувати, виявити, виявіть, виявляти, відкладати, відкликати, відправити, візит, включати, включити, включіть, втягати, втягнути, генеруйте, гукати, гукнути, дзвінок, дзвонити, дратувати, закликати, запропонувати, запропонуйте, запрошувати, зателефонувати, зберіться, збуджувати, збудити, збудіть, звати, згадати, згадувати, зневажати, зневажити, ігнорувати, кликати, надіслати, надсилати, назвати, називати, направити, направляти, негайний, нести, оклик, паж, переконати, переконувати, пересилати, переслати, підказати, підказка, підказувати, подзвонити, позвати, поклик, покликати, породжувати, породити, посилати, послати, пошліть, привезти, привести, приводити, привозити, пригадати, призвати, принести, приносити, прислати, провокувати, провокуйте, проігнорувати, прокиньтеся, пропонувати, процитувати, рівно, розбуджувати, розбудити, роздратувати, скасовувати, скасувати, скликати, слати, спонукати, спричинити, спричиняти, спровокувати, створити, створіть, створювати, сторінка, схвилювати, телефонувати, терміновий, точно, утворити, утворювати, хвилювати, цитувати, швидкий, відкласти, відкликання, призивати, принесіть
προκαλώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: powodować, prowokować, sprowokować, wywoływać, wyzywać
προκαλώ στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ngacmoj, krijoj
προκαλώ στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vyvolať
προκαλώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: előhív, felidéz, kihívni, kihív
προκαλώ στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

προκαλώ αγγλικά, προκαλώ συνώνυμα, προκαλώ english, προκαλώ λεξικό, προκαλώ εμετό, προκαλώ ενδιαφέρον, προκαλώ ετυμολογία, προκαλώ βικιλεξικο, προκαλώ την τύχη μου, προκαλώ μετάφραση