lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προηγούμαι

Λεξικό: αγγλικά προηγούμαι
Μεταφράσεις: precede, prelude, anticipate, forestall, outpace, outstrip, overtake
προηγούμαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: předcházet, předejít, předběhnout, předcházení, předčit, předhonit, předjet, předstihnout
προηγούμαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: vorangehen, vorausgehen, überholen, vorkommen, zuvorkommen
προηγούμαι στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: anteceder, anteponer, anticipar, preceder, adelantar, aventajar, descollar, madrugar, prevenir, rebasar
προηγούμαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: devancer, précéder, anticiper, avance, dépasser, distancer, doubler, surpasser
προηγούμαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: precedere, anticipare, oltrepassare, sorpassare
προηγούμαι στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: предпосылать, предшествовать, обгонять, опережать
προηγούμαι στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адбывацца, быць, здарацца, папярэднічаць, абганяць, апярэджваць, выпярэджваць, пераганяць
προηγούμαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: edeltää, ohittaa, ylittää
προηγούμαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: anteceder, preceder, antecipar, exceder, ultrapassar
προηγούμαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: перевершити, перевершувати, передувати, передуйте, утримайтеся, вести, виїжджати, виїхати, випереджати, відбуватися, відбутися, відійти, водити, дозвіл, допуск, залишати, залишити, запобіжіть, здати, керівництво, керувати, кинути, лишати, лишити, минати, минути, обганяти, обженіть, облишати, облишити, передавати, передати, передача, переїхати, перепустка, перетинати, перетнути, повести, поїхати, покидати, покинути, привести, призвести, призводити, прийняти, провести, проводити, проїжджати, пройти, пропуск, пропускати, пропустити, просуватися, прохід, проходити, свинець, свинцева, свинцевий, спрямовувати, спрямувати
προηγούμαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: poprzedzać, wyprzedzać
προηγούμαι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

προηγούμαι κλίση, προηγούμαι αγγλικά, προηγούμαι συνώνυμα, προηγούμαι συνώνυμο