lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: προδίδω

Λεξικό: αγγλικά προδίδω
Μεταφράσεις: betray, confound, disappoint, falsify, frustrate, cuckold, evince, jilt
προδίδω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: oklamat, prozradit, zklamat, zradit, podvádět, podvést, vydat, vyzradit
προδίδω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: enttäuschen, verraten, versagen, betrügen
προδίδω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forråde, skuffe, svigte, røge
προδίδω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: decepcionar, defraudar, desilusionarse, fallar, faltar, frustrar, traicionar, vender
προδίδω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: décevoir, défriser, désappointer, frustrer, trahir, livrer, tromper
προδίδω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: deludere, ingannare, tradire, rivelare
προδίδω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forråde, røpe, skuffe, svika
προδίδω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выдавать, изменять, обмануть, обманывать, предавать
προδίδω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gäcka, svika
προδίδω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zhgënjej
προδίδω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pettää
προδίδω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atraiçoar, decepcionar, defraudar, frustrar, trair, trazer, vender, modificar
προδίδω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zawieść, zdradzać
προδίδω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: відазмяняць, зменьваць, мяняць, перайначваць, пераменьваць
προδίδω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: reetma
προδίδω στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elárul, elárulni
προδίδω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: odhaliť
προδίδω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видавати, видати, видозмінити, видозмінювати, виказати, виказувати, віддавати, відправити, відправляти, вчинити, вчиніть, вчиняти, доручати, доручити, доручіть, здійснити, здійснювати, змінити, змінитися, змініться, змінювати, змінюватися, змінятися, зраджувати, зрадити, зрадіти, зрадьте, обдурювання, обдурювати, обман, обманювати, передавати, передати, переробіть, перетворити, перетворіться, перетворювати, призначати, призначити, скоїти, трансформувати, учинити, учиняти, чинити, шахрайство, штрейкбрехер
προδίδω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

προδίδω συνώνυμο, προδίδω κλιση, προδίδω ομορριζα, προδίδω αρχικοι χρονοι, προδίδω στα αγγλικά, προδίδω τι σημαινει, προδίδω αγγλικά