lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πρήξιμο

Λεξικό: αγγλικά πρήξιμο
Μεταφράσεις: bulge, swelling, fluxion, tumefaction, puffiness
πρήξιμο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vydutí, zduření, oteklina, otok
πρήξιμο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geschwulst, schwellung, aufschwellen
πρήξιμο στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: hinchazón, tumefacción, chichón, tumescencia
πρήξιμο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bouffissure, boursouflure, gonflement, intumescence, renflement, tumescence, turgescence, enflure, tuméfaction, bosse, hydropisie
πρήξιμο στα γαλλικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: duzzanat
πρήξιμο στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: opuch
πρήξιμο στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nabrzmienie, obrzmienie, opuchlizna, puchlina
πρήξιμο στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: havelse
πρήξιμο στα δανική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: gonfiore
πρήξιμο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hevelse
πρήξιμο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: опухоль
πρήξιμο στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ajettuma, kuhmu, kyhmy
πρήξιμο στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: tumefaciente, chichis, tumor
πρήξιμο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пухліна
πρήξιμο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gumbas, kauburys, kupra
πρήξιμο στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гуля, залозка, збільшення, зіткнення, зростання, опухання, піднесення, пухлина, пухлину, ріст, розбухати, розбухнути, розтягнення, сутичка, ударити, ударитися, штовхати, штовхнути
πρήξιμο στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

πρήξιμο στήθους, πρήξιμο στην κοιλιά, πρήξιμο στα χείλη, πρήξιμο στα χέρια, πρήξιμο στο γόνατο, πρήξιμο στα ούλα, πρήξιμο ποδιών, πρήξιμο στα πόδια, πρήξιμο πέους, πρήξιμο ούλων