lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πρήζω

Λεξικό: αγγλικά πρήζω
Μεταφράσεις: swell, bulge
πρήζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bobtnat, dmout, nabobtnat, nabývat, nadmout, nadouvat, nadýmat, nafukovat, napuchnout, opuchnout, otékat, vzdout, vzdouvat, zduřet
πρήζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: schwellen, quellen
πρήζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: svelle, svulme
πρήζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abotagarse, hincharse
πρήζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: enfler, gonfler, tuméfier, bouffir
πρήζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: enfiare, gonfiare, gonfiarsi
πρήζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: svelle
πρήζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вспухать, опухать, припухать, пухнуть, распухать, вспухнуть, опухнуть, распухнуть
πρήζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: pösa, svälla, svullna
πρήζω στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dagadni, duzzadni
πρήζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: inchar
πρήζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: puchnąć, spuchnąć
πρήζω στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: paisua
πρήζω στα φινλανδικά »

Σχετικές λέξεις

πρήζω η πριζω, πρήζω english