lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πράξη

Λεξικό: αγγλικά πράξη
Μεταφράσεις: act, certificate, indictment, marriage, nude, nudity, action, chance-medley, deed, volition
πράξη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: akt, čin, číslo, dějství, holý, jednání, konání, nahota, nahotina, nahý, průkaz, skutek, úkon, akce, boj, činnost, děj, fakt, listina, působení, vliv, výkon, žaloba
πράξη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: akt, akte, aktenstück, aufzug, dossiers, tat, urkunde, aktion, handlung, werk, wirkung
πράξη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: akt, bedrift, dåd, dokument, gerning, handling, nøgen, vielsesattest, aktion
πράξη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: academia, acción, acta, acto, corito, desnudo, escritura, jornada, hazaña, hecho
πράξη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acte, charte, instrument, nu, numéro, action, choisies, exploit, fait, méfait, mesquinerie, oeuvre
πράξη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: atto, brullo, disadorno, nudo, azione, effetto, fatto
πράξη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: akt, dokument, handling, naken, vielsesattest, aksjon, bedrift, bragd, dåd, gærning, gjerning, gjøremål, prestasjon, verk
πράξη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: акт, голый, поступок, теракт, действие, деяние
πράξη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: akt, aktstycke, certifikat, dokument, urkund, bedrift, bragd, dåd, gärning, handling
πράξη στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: акт, действие, подвиг
πράξη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: акт, учынак
πράξη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: alasti, tegu
πράξη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alaston, paljas, teko, todistus, asiakirja, toiminta, vaikutus
πράξη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nag, akcija, čin, djelo, radnja
πράξη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: akt, cselekedet, felvonás, tett, akció, bevetés, cselekmény, gonosztett, részvény
πράξη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuogas, veiksmas
πράξη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acciona, acta, acto, desaforo, desnudo, despido, nu, acção, escritura, acabo
πράξη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: act, acţiune, fapt
πράξη στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: akt
πράξη στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акт, дія, діяти, закон, збори, поводитися, початок, скликання, чинити, акція, виконання, вистава, виступ, вчинок, діяльність, ефект, позов, продуктивність, розглядання, слухання, спектакль, учинок
πράξη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: akt, czyn, uczynek
πράξη στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: veprim, vepër
πράξη στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

πράξη εφαρμογής, πράξη υπουργικού συμβουλίου, πράξη αναλογισμού, πράξη νομοθετικού περιεχομένου, πράξη εκτελωνισμού, πράξη επτά, πράξη εφαρμογής εισφορά σε χρήμα, πράξη χαρακτηρισμού, πράξη νομοθετικού περιεχομένου 2012, πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών