lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πράγμα

Λεξικό: αγγλικά πράγμα
Μεταφράσεις: article, ding, gape-seed, object, souvenir, subject, theme, thing, topic, chose, face, gear, item, matter, requisite, save-all, stuff
πράγμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cíl, jedinec, kmen, látka, motiv, námět, objekt, osoba, poddaný, podmět, předmět, téma, účel, věc, záměr, důvod, otázka, záležitost
πράγμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: affäre, ding, gegenstand, geschäft, objekt, sache, stoff, subjekt, thema, ziel, zweck, angelegenheit
πράγμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anliggende, emne, fag, greje, hensigt, mål, objekt, sag, sak, skolefag, subjekt, tema, ting, tingest, forretning
πράγμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asignatura, asunto, cosa, mira, objeto, publicación, sujeto, tema, caso, cuestión
πράγμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avoirs, but, caoutchouc, chose, contrefaçon, objet, porte-malheur, quolibet, rocambole, sujet, textiles, thème, affaire, à-propos, cassure, cause, en-cas, épave, fait, machin, perruquerie, prêté, question, rengaine, trouvaille, zeste
πράγμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affare, argomento, articolo, cosa, coso, faccenda, fine, materia, oggetto, scopo, soggetto, suddito, tema, altro, arnese, caso, fatto, schianto
πράγμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: disiplin, emne, fag, føremål, gjenstand, greie, hensikt, mål, objekt, sak, skolefag, subjekt, tema, ting, tingest, forretning
πράγμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вещь, предмет, дело
πράγμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ämne, disciplin, föremål, läroämne, objekt, sak, subjekt, tema, ting
πράγμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjë, qëllim, temë
πράγμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: предмет, тема
πράγμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рэч
πράγμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: asi, ese, teema
πράγμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aihe, ampumataulu, asia, kapine, kappale, maali, tarkoitus, teema, esine, kalu, kysymys, seikka
πράγμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: predmet, stvar
πράγμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: állampolgár, tárgy, dolog, kérdés
πράγμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: daiktas, dalykas, objektas, papildinys, reikalas, tema, tikslas
πράγμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alvo, artigo, assunto, caso, cestito, coisa, complemento, cosa, fenómeno, fim, mira, motivo, negócio, objecto, tema, tópico, questão
πράγμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: lucru, obiectiv, chestiune
πράγμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: objekt, stvar
πράγμα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бізнес, вершник, висновок, діловий, додаток, заперечити, заперечувати, іменник, колектив, коліно, корпус, мета, орган, організація, поправка, предмет, річ, суперечити, тема, тіло, труп, туди, тулуб, явище
πράγμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przedmiot, rzecz
πράγμα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πράγμα από ι, πράγμα από η, πράγμα από ε, πράγμα συνώνυμα, πράγμα από ω, πράγμα από δ, πράγμα από υ, πράγμα στα λατινικά, πράγμα από α, πράγμα από γ