lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πορτοφόλι

Λεξικό: αγγλικά πορτοφόλι
Μεταφράσεις: purse, billfold, notecase, pocketbook, pocket-book, wallet, moneybag, money-bag, pouch, bag, bagful, holdall, pannier, sac, satchel, sporran, bursa, handbag, reticule, sachet
πορτοφόλι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: měšec, peníze, pytlík, kabela, košík, mošna, pytel, taška, vak, burza, sáček, tobolka, váček
πορτοφόλι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geldbeutel, brieftasche, geldtasche, portefeuille, portemonnaie, geldbörse, portmonee, beutel, börse, sack, tartan, tasche, tornister, tüte, handtasche
πορτοφόλι στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bolsa, billetera, cartera, bolsillo, monedero, portamonedas, gato, bolso, cartapacio, fardel, saco, cápsula
πορτοφόλι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bourse, porte-billets, portefeuille, porte-monnaie, besace, bissac, cabas, carnassière, carnier, gibecière, marsupiaux, panetière, sac, sacoche, saint-crépin, trousse, capsule, follicule, réticule, sachet
πορτοφόλι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: borsellino, portafoglio, portamonete, astuccio, borsa, marsupio, sacca, sacco, sacchetto
πορτοφόλι στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кошелек, мошна, бумажник, кошелёк, портмоне, корзина, мешок, сумка, сетка, сумочка
πορτοφόλι στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kukkaro, lompakko
πορτοφόλι στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: bolsa, carteira, alfurja, bolso, mochila, saco
πορτοφόλι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kabza, portfel, portmonetka, sakiewka, torba, torebka
πορτοφόλι στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: portefølje, tegnebog, børs, pengepung, pung, bag, pose, taske, håndvaske, kasse
πορτοφόλι στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lommebok, portefølje, børs, pengepung, pung, bag, dameveske, pose, skreppe, taske, væska, veske, håndveske, kasse, slire
πορτοφόλι στα νορβηγικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бумажнік, папернік, кайстра, мяшок, ранец, сумка, торба
πορτοφόλι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: rahatasku, kott
πορτοφόλι στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: novčanik, torba
πορτοφόλι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: levéltárca, pénztárca, erszény, szatyor, táska, zsák, hajszálkereszt, tarisznya, zacskó
πορτοφόλι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: piniginė, krepšys
πορτοφόλι στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: portofel, pungă, sacoşă
πορτοφόλι στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гаманець, валіза, мішок, сумка, торба, торбина, випадок, діло, кокон, комплект, корзина, коробка, набір, набор, нагода, обмундирування, скриня, спорядження, справа, футляр, чохол
πορτοφόλι στα ουκρανικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: börs, portmonnä, pung, bag, väska, damväska, kasse
πορτοφόλι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: çantë, trastë
πορτοφόλι στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: чанта
πορτοφόλι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vreča
πορτοφόλι στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kabelka
πορτοφόλι στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

πορτοφόλι ανδρικό, πορτοφόλι ονειροκρίτης, πορτοφόλι kem, πορτοφόλι diesel, πορτοφόλι louis vuitton, πορτοφόλι γυναικείο, πορτοφόλι guess, πορτοφόλι google, πορτοφόλι axel, πορτοφόλι burberry