lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

βεβαιώνω στα πορτογαλικά

Λέξη: βεβαιώνω (Αριθμός των γραμμάτων: 8)
Λεξικό: ελληνικά-πορτογαλικά
Μεταφράσεις (15): acusar, afirmar, assegurar, certificar, confirmar, contestar, corroborar, ratificar, encontrar, alegar, asseverar, pretender, sancionar, garantir, prometer
 
Εκτίμηση:
(3/5)
 
Σχετικές λέξεις: πορτογαλικά βεβαιώνω, βεβαιώνω ότι, βεβαιώνω συνώνυμα, βεβαιώνω στα αγγλικα, βεβαιώνω αντίθετα, βεβαιώνω αγγλικά, βεβαιώνω στα πορτογαλικά, acusar στα ελληνικά
βεβαιώνω στα πορτογαλικά