lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πονώ

Λεξικό: αγγλικά πονώ
Μεταφράσεις: ache, ailment, anguish, earache, grieve, pain, pang, sore, soreness, stabbing, stitch, stomach, suffering, twinge, bolt, cotter, pin, sprocket, cut, hurt, injure, mangle, murder, mutilate, scar, slash, lacerate, stab, wound
πονώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bolení, bolest, nemoc, útrapa, utrpení, žal, svorník, závlačka, komolit, mrzačit, poranit, posekat, poškodit, ranit, ublížit, zkomolit, zmrzačit, znetvořit, zohavit, zranit, urazit
πονώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: leid, schmerz, schmerzen, weh, bolzen, schlagbolzen, radebrechen, schneiden, verletzen, verwunden
πονώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lidelse, ondt, pine, smerte, vånde, bolt, stift, krænke, såre
πονώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: congoja, daľo, dolor, infligir, pena, puntada, sufrimiento, chaveta, clavija, estropear, herir, lacerar, lastimar, lisiar, mancar, mutilar, descalabrar, lesionar, ofender
πονώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bobo, douleur, hépatalgie, ostéalgie, souffrance, boulon, goupille, blesser, entailler, estropier, léser, mutiler, offenser
πονώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cordoglio, dolere, dolore, mal, male, patimento, sofferenza, spasimo, bullone, ferire, ledere
πονώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hodepine, lidelse, ondt, pina, pine, smerte, vånda, verk, bolt, stift, såre, blessera, såra
πονώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: болезнь, боль, болт, изувечивать, калечить, коверкать, ушибить, ранить, уязвлять
πονώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ont, pina, smärta, vånda, värk, värka, verk, blessera, såra
πονώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dhembje, vuajtje
πονώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: блага, калечыць, параніць, прям., раніць
πονώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: piin, vaev, valu, vigastama, haavama
πονώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kärsimys, kipu, särky, vaiva, pultti, vahinko, pahoittaa, runnella, sattua, silpoa, haavoittaa, loukata
πονώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bol, povreda
πονώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fájás, fájdalom, rigli, sebesíteni
πονώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kančia, skausmas, blogis, skriauda, įžeisti, sužeisti
πονώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: dolos, dor, mal, pena, chaveta, cravina, estropear, ferir, lacerar, lastimar, limiar, mutilar, vulnerar, lesionar, ofender
πονώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: bolesť
πονώ στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ból, bolec, kaleczyć, ranić
πονώ στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: болт
πονώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: болт, засув, засувка, піскар, тікати, утікати, боліти, бурчання, дратувати, нездужайте, прискіпування, прискіпуватися, причіпка, роздратувати, сіпання, сіпати, смикати, смикнути, хворіти, шарпати, блокувати, знесилити, знесилювати, калічити, калічте, нівечити, рвоніть, спотворити, спотворювати, уріжте, шматуйте, шотландці, зашкодити, зернятко, кісточка, поранення, поранити, пошкоджувати, пошкодити, рана, ранити, травмувати
πονώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: răni
πονώ στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

πονώ δεν με λυπάσαι, πονώ μα δάκρυ δε θα δεις, πονώ δε με λυπάσαι στίχοι, πονώ που δεν σε ξέρω, πονάω συνώνυμα, πονώ conjugation, πονείσ πονώ, μαντιναδες πονώ