lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πονηρός

Λεξικό: αγγλικά πονηρός
Μεταφράσεις: arch, artful, astute, canny, crafty, cunning, cute, knowing, mercenary, shrewd, sly, wily, backstairs, deceitful, deceptive, designing, insidious, malicious, stratagem, tricky, underhand, adroit, dodgy, guileful, sharp, clever, dextrous, handy, skilful, smart, cagy
πονηρός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chytrácký, chytrý, čtverácký, dovedný, důvtipný, lišácký, lstivost, lstivý, mazaný, obratný, prohnaný, šelmovský, šibalský, šikovný, vychytralý, záludný, zchytralý, zlomyslný, klamný, ošemetný, ošidný, podvodný, škodolibý, tajný, úskočný, úskok, zákeřný, zrádný, bystrý, pohotový, vynalézavý, zručný, důmyslný, inteligentní, roztomilý
πονηρός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arglistig, durchtrieben, gerissen, listig, pfiffig, raffiniert, scharfsinnig, schlau, tückisch, verschlagen, heimtückisch, hinterlistig, verfänglich, geschickt, erfahren, findig, intelligent, kess, klug, sinnreich, gerieben
πονηρός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dreven, fiffig, ful, list, listig, slug, smart, snedig, snu, underfundig, lumsk, sveg, advokatorisk, klok, lur, dygtig, ekspert, flink, gløgg, smidig
πονηρός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: artero, astuto, insidioso, marrullero, sagaz, tacaño, taimado, aleve, doloso, engañoso, falaz, falso, fraudulento, traidor, artificioso, bellaco, cauteloso, cauto, cuco, diestro, hábil, mañoso, pillo, dispuesto, elegante, fino, ingenioso, inteligente, listo, zorro
πονηρός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: astucieux, avide, étoffe, habile, malin, matois, roublard, ruse, rusé, artificieux, captieux, cauteleux, fallacieux, fourbe, frauduleux, insidieux, méchant, subreptice, traître, trompeur, adroit, fièvre, finaud, finet, futé, madré, mal, retors, subtil, accort, débrouillard, dégourdi, déluré, fin, ingénieux, intelligent, spirituel
πονηρός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accorto, astuto, astuzia, furbo, scaltro, fallace, ingannevole, maligno, abile, acuto, avveduto, destro, dolere, intelligente, lepido
πονηρός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fiffig, ful, list, listig, skuld, slug, smart, snedig, svek, underfundig, lumsk, advokatorisk, dyktig, klok, lur, utspekulert, flink, gløgg, smidig
πονηρός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: корыстный, ловкий, лукавый, хитер, хитёр, хитрый, злокозненный, каверзный, коварный, лукав, обманчивый, хитрость, искусный, умный, ухищрен, ухищрён, ухищренный, ухищрённый
πονηρός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bakslug, fiffig, illmarig, klipsk, list, listig, skuld, slug, sług, smart, snedig, svek, underfundig, arglistig, bedräglig, fintlig, lömsk, advokatorisk, duktig, klok, klyftig, lur, skicklig, behändig, flink, händig, smidig, värka
πονηρός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мудрагелісты, хітры, вераломны, каварны, нячысты, ёмкі, зручны, лоўкі
πονηρός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kaval, nutikas, salakaval, osav
πονηρός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: juonikas, kavala, ovela, viekas, harhaanjohtava, ilkeä, ilkeämielinen, metku, temppu, näppärä, taitava, älykäs, hieno, kätevä
πονηρός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ravasz, alattomos, ármányos, csalfa, furfangos, élelmes, intelligens, körmönfont, leleményes, ügyes
πονηρός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gudrus, įžvalgus, nagingas
πονηρός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ardiloso, arteiro, astuto, capcioso, ladino, pícaro, sagaz, aleivoso, doloso, falaz, insidioso, pérfido, picaresco, traidor, artificioso, cauto, hábil, jeitoso, ágil, belo, cachaças, cuco, elegante, fino, inteligente, listo, velo, vividos, cadastro
πονηρός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: mazaný
πονηρός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: блукаючий, винахідливий, витончений, гладенький, довгоголовий, котячий, летіти, лисячий, літати, ловкий, муха, пілотувати, полетіти, політ, поспішати, прихований, пролетіти, проноситись, розсудливий, тонкий, хитрий, арка, вигинати, вигнути, глузливий, дивакуватий, дуга, єзуїтський, жартівливий, зміїний, лукавий, насмішкуватий, підступний, склепіння, акуратний, бистрий, воловий, вправний, гарний, здібний, зручний, кмітливий, корисний, моторний, охайний, спритний, тактичний, тактовний, тямущий, чепурний, чистий, чіткий, швидкий
πονηρός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chytry, podstępny, przebiegły, sprytny, szczwany
πονηρός στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: spretan, vješt, pametan
πονηρός στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pameten
πονηρός στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

πονηρός in english, πονηρός ετυμολογία, πονηρός συνώνυμα, πονηρός πράκτωρ καραγκιόζης 1966, πονηρός ο βλάχος, πονηρός ευάγγελος, πονηρός πράκτωρ καραγκιόζης, πονηρός πλαστικός χειρουργός, πονηρός νικόλαος, πονηρός κοσμήματα