lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πολιορκώ

Λεξικό: αγγλικά πολιορκώ
Μεταφράσεις: besiege, persecute, beleaguer, beset, siege
πολιορκώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obléhat, obtěžovat, trápit, oblehnout
πολιορκώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angreifen, bedrängen, bestürmen, belagern, umgeladen
πολιορκώ στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acosar, asediar, cercar, sitiar
πολιορκώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assaillir, infester, obséder, assiéger, emboîter
πολιορκώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: нападать, осаждать
πολιορκώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ansätta, förfölja, belägra
πολιορκώ στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bántalmaz
πολιορκώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: napastować, oblegać
πολιορκώ στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assediare
πολιορκώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beleire
πολιορκώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: акружаць, асаджваць, даймаць
πολιορκώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: piirittää
πολιορκώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: sitiar
πολιορκώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: осаджувати, оточити, оточіть, оточувати
πολιορκώ στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

πολιορκώ λεξικό