lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ποιότητα

Λεξικό: αγγλικά ποιότητα
Μεταφράσεις: brand, degree, genre, genus, grade, kind, quality, sort, species, standard, attribute
ποιότητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: charakter, druh, jakost, kvalita, postavení, přednost, rod, typ, vlastnost, atribut, příznak, znak
ποιότητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: art, gattung, genre, güte, qualität, sorte, spezies, beschaffenheit, attribut, eigenschaft, vorzimmer
ποιότητα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: art, egenskab, genre, kvalitet, mørke, slag, slags, sort
ποιότητα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calidad, clase, cualidad, especie, género, laya, ralea, suerte, atributo, propiedad
ποιότητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acabit, aloi, espèce, genre, qualité, rouvre, sagouin, sapajou, sortable, sorte, attribut, propriété, syphilis, vérole
ποιότητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: genere, pregio, qualità, razza, sorta, specie
ποιότητα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: art, egenskap, genre, kvalitet, mørke, ordna, slag, slags, sort, beskaffenhet, attributt
ποιότητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вид, жанр, качество, род, сорт, достоинство, свойство
ποιότητα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: art, kvalificera, kvalitet, märke, ordna, slag, slags, sort, sortera, beskaffenhet, egenskap, attribut
ποιότητα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: cilësi
ποιότητα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: вид, качество, свойство
ποιότητα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: сорт, якасць
ποιότητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kvaliteet, sort, omadus
ποιότητα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: avu, laatu, laji
ποιότητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: vrsta
ποιότητα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: faj, fajta, minőség, zsáner, tulajdonság
ποιότητα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: giminė, kokybė, rūšis, požymis, savybė
ποιότητα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aspecto, espécie, forma, género, gesto, jaez, laça, laia, perspectiva, porte, predicado, qualidade, deteriorar, atributo
ποιότητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: specie, atribut
ποιότητα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: druh, kvalita
ποιότητα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аспект, бачення, бігти, брова, вдача, вигляд, вид, види, виставляння, виступ, гонки, градус, добрий, експозиція, жанр, забіг, заїзд, заняття, засіб, зір, змагання, зовнішність, клас, класовий, краєвид, кран, кругозір, манера, метод, міра, натура, норма, образ, опис, оцінити, оцінювати, панорама, переконання, перспектива, пильність, поза, порода, породи, порядок, постава, поставити, потужність, природа, пропорція, раса, расовий, режим, різновид, різноманітність, роди, розглядати, розглянути, розмаїтість, розцінка, сорт, спосіб, ставити, ставка, ступінь, сутність, суттєвість, схожість, тавро, тариф, тип, урок, фасон, ціна, чин, швидкість, якість, власність, дієздатність, майно, майновий, місткість, неповноцінність
ποιότητα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gatunek, jakość, przymiot
ποιότητα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ποιότητα ζωής, ποιότητα υπηρεσιών, ποιότητα νερού, ποιότητα ωαρίων, ποιότητα υπηρεσιών υγείας, ποιότητα στις υπηρεσίες υγείας, ποιότητα νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, ποιότητα νερού και επιπτώσεις στις γραφικές τέχνες, ποιότητα πόσιμου νερού, ποιότητα ζωής και ψυχική υγεία