lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ποικίλλω

Λεξικό: αγγλικά ποικίλλω
Μεταφράσεις: differ, differentiate, dissent, divide, vary, diversify, intersperse, alter, alternate, amend, change, convert, disguise, disturb, divert, edit, fluctuate, interchange, modify, permute, rearrange, redid, relay, reschedule, retarget, shift, switch, transmute, turn
ποικίλλω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kolísat, pozměnit, střídat, změnit, zpestřit, alternovat, doplnit, fluktuovat, měnit, mírnit, modifikovat, napravit, narušit, odstranit, opravit, porušit, posouvat, posunout, posunovat, předělat, přehodit, přeložit, přeměnit, přesadit, přesednout, přestavět, přestěhovat, přesunout, přizpůsobit, prohodit, proměnit, proměňovat, rozčilit, rušit, upravovat, vyměnit, vystřídat, zaměnit, zlepšit
ποικίλλω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abweichen, ändern, unterscheiden, abändern, ablösen, abwechseln, modifizieren, umwandeln, umwechseln, umziehen, verändern, verstellen, wandeln, wechseln
ποικίλλω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: variere, ændre, bytte, forandre, omkastning, skifte, veksle
ποικίλλω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: diferenciar, diferenciarse, diferir, discordar, discrepar, divergir, oscilar, variar, alternar, diversificar, alterar, alterarse, cambiar, canjear, conmutar, convertir, convertirse, inmutar, modificar, mudar, reformar, relevar, transformar
ποικίλλω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: différer, diverger, varier, accidenter, agrémenter, diversifier, égayer, altérer, alterner, amender, changer, commuer, contrefaire, décomposer, dénaturer, déplacer, échanger, évoluer, maquiller, modifier, réformer, relayer, remanier
ποικίλλω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: variare, alterare, alternare, avvicendare, cambiare, cambio, emendare, modificare, muovere, mutare, scambiare, spostare, tramutare
ποικίλλω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avvika, avvike, variere, avløse, bytte, endra, endre, forandre, omkastning, skifte, utbytte, veksle
ποικίλλω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: отличать, разнообразить, видоизменять, изменять, менять, обращать, сменять
ποικίλλω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avvika, variera, ändra, ändring, byt, förvandla, omkastning, omväxla, omväxling, växla
ποικίλλω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dallohem, ndërroj
ποικίλλω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erota, vaihdella, muuttaa, parantaa, uudistaa, väännellä, vaihtaa
ποικίλλω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: különbözik, változatossá, megváltoztatni, változás
ποικίλλω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: diferenciar, diferir, discordar, divergir, mudar, oscilar, variar, alternar, diversificar, alterar, alterares, cambiar, modificar, reformar, transformar, trocar
ποικίλλω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: różnić, urozmaicać, zmieniać
ποικίλλω στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: змінитися, змініться, змінюватися, мінятися, пожвавте, різноманітити, розсипте, урізноманітнювати, видавати, видати, видозмінити, видозмініться, видозмінювати, виказати, виказувати, змініть, змінювати, змінятися, зраджувати, зрадити, зрадіти, зрадьте, конвертувати, модифікувати, обдурити, обдурювання, обдурювати, обман, обманювати, переробіть, перетворити, перетворіть, перетворіться, перетворювати, трансформувати, шахрайство
ποικίλλω στα ουκρανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: променям
ποικίλλω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: відазмяняць, зменьваць, мяняць, перайначваць, пераменьваць
ποικίλλω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: muutma, vahetama
ποικίλλω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: promijeniti
ποικίλλω στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: îmbunătăţi, modifica, schimba
ποικίλλω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: spremeniti, zamenjati
ποικίλλω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ποικίλλω συνώνυμα, ποικίλλω ή ποικίλλω, ποικίλλω ετυμολογία, ποικίλλω συνωνυμο, ποικίλλω αόριστος, ποικίλλω κλίση