lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πνίγω

Λεξικό: αγγλικά πνίγω
Μεταφράσεις: braise, choke, simmer, smother, squeeze, squelch, stew, stifle, strangle, strangulate, suffocate, sulk, suppress, throttle, attenuate, blight, damp, dampen, deaden, depress, extinguish, muffle, quash, quell, quench, repress, asphyxiate
πνίγω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dusit, kuckat, potlačit, potlačovat, přiškrtit, rdousit, sevřít, škrtit, tlumit, ucpat, uhasit, uškrtit, utlumit, ututlat, zadusit, zardousit, zaškrtit, zastavit, zatajit, ztlumit, hasit, stlačit, zamlčet, zrušit
πνίγω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: drosseln, dünsten, ersticken, erwürgen, schmoren, sticken, würgen, dämpfen, abgedrosselt, erdrosseln
πνίγω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kvejle, stue, udrydde
πνίγω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ahogar, ahogarse, asfixiar, estofar, estrangular, guisar, sofocar, atragantarse, amortiguar, apagar, comprimir, ensordecer, suprimir
πνίγω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: braiser, concentrer, dauber, endauber, étouffer, étrangle, étrangler, fricasser, juguler, mijoter, suffoquer, engouer, refouler, assourdir, comprimer, supprimer, tamiser, asphyxier
πνίγω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affogare, soffocare, strangolare, strozzare, reprimere, rimuovere, smorzare, asfissiare
πνίγω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kvele, strupe, stue, dempe, stevja, utrydde
πνίγω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дросселировать, душить, заминать, глушить, заглушать, тушить, задушить, придушить, стушить, удушить
πνίγω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kväva, strupe, strypa, dämpa, stävja, storkna
πνίγω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mbys
πνίγω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: душыць, надушваць, гасіць, глушыць, тушыць
πνίγω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kägistama
πνίγω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kukistaa, kuristaa, tukahduttaa, tukehduttaa
πνίγω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fojtani, fojt, fuldokol, fullad, elfojtani, megfojtani
πνίγω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abafar, asfixiar, estofar, estrangular, guisar, iogurte, sufocar, apagar, comprimir, extinguir, suprimir
πνίγω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дросель, душити, задихатися, задихніться, задушіть, задушувати, придушення, вгамуйте, виконайтеся, віяти, вчинити, вчиняти, гасити, гасіть, глушити, дмухати, дмухнути, дути, загасити, зайнятися, зробити, подути, пориньте, потушити, робити, стусан, тушити, тушкувати, удар
πνίγω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dusić, dławić, tłumić, udusić
πνίγω στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atenua
πνίγω στα ρουμανική »