lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πλούσιος

Λεξικό: αγγλικά πλούσιος
Μεταφράσεις: abundant, ample, bounteous, bountiful, copious, copiousness, exuberant, heartiest, hearty, heavy, large, lavish, luxuriant, luxurious, plenteous, plentiful, profuse, rich, rife, slap-up, affluent, fortuned, prosperous, substantial, wealthy, well-off
πλούσιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bohatý, bujný, hojný, obsažný, oplývající, plodný, překypující, úrodný, vydatný, blahobytný, majetný, zámožný
πλούσιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ergiebig, gut, opulent, reich, reichhaltig, reichlich, stark, üppig, begütert, bemittelt, vermögend, wohlhabend
πλούσιος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: frodig, kopiøs, overdådig, rig, rigelig, yppig, velhavende, velstående
πλούσιος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abundante, copioso, cumplido, exuberante, lozano, opimo, pingüe, rico, acaudalado, acomodado, adinerado, caudaloso, pudiente
πλούσιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abondant, copieux, exubérant, fourni, plantureux, profus, riche, aisé, cossu, fortuné, opulent, pécunieux
πλούσιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbondante, copioso, generoso, profuso, ricco, abbiente, agiato, benestante, facoltoso
πλούσιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: frodig, kopiøs, overdådig, rik, rikelig, riklig, rundlig, yppig, velhavende, velstående
πλούσιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: богатый, обилен, обильный, зажиточный, состоятелен, состоятельный
πλούσιος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: frodig, kopiös, överflödande, riklig, rundlig, ymnig, yppig, förmögen, välbärgad
πλούσιος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pasur
πλούσιος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: багаты, густы, пышны, шчодры, грунтоўны, заможны, плацежаздольны, слушны, угрунтаваны
πλούσιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: rikas, rohke, jõukas
πλούσιος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: rehevä, rikas, runsas, varakas, äveriäs, vauras
πλούσιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bogat, obilan
πλούσιος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bőséges, dús, gazdag, vagyonos
πλούσιος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gausus, turtingas, vertingas
πλούσιος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abundante, cauto, copioso, exuberante, farto, frondoso, lauto, opulento, rico, caudaloso
πλούσιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: abundent
πλούσιος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: bogat
πλούσιος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hojný, bohatý
πλούσιος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: багатий, великодушний, гомінливий, добрий, достатній, заповнений, пишний, повний, проливний, просторий, рясний, ситий, урожайний, цілий, щедрий, важливий, заможний, істотний, квітучий, процвітаючий, реальний, сприятливий, успішний
πλούσιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obfity, zamożny
πλούσιος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πλούσιος συνώνυμα, πλούσιος μπαμπάς φτωχός μπαμπάς, πλούσιος μπαμπάς φτωχός μπαμπάς pdf, πλούσιοσ και φτωχόσ, πλούσιος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αξίζει πολλά και όχι ο άνθρωπος που έχει πολλά, πλούσιος ρυθμός, πλούσιος και φτωχός λάζαρος, πλούσιος μπαμπάς φτωχός μπαμπάς download, πλούσιος συνώνυμο, πλούσιος ή πένης βασιλεύς ή στρατιώτης