lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πλοίο

Λεξικό: αγγλικά πλοίο
Μεταφράσεις: battleship, ship, submarine, vessel, warship, boat, charter, craft, merchantman, skip
πλοίο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: loď, nádoba, plavidlo, člun, parník
πλοίο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gefäß, schiff, wasserfahrzeug, boot, kahn, luftschiff
πλοίο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: båt, skib, skip, båd
πλοίο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: bajel, barco, buque, embarcación, nave, navío, barca, batel, fletar, paquete
πλοίο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amiral, bateau, bâtiment, birème, corsaire, navire, vaisseau, aéronef, affréteur, baleinier, bateau-pilote, cargo, cotre, dogre, frégate, garde-côte, maquilleur, navire-école, navire-hôpital, nef, négrier, paquebot, patache, patrouilleur, tartane, thonier
πλοίο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: barca, bastimento, battello, nave, vascello, imbarcazione
πλοίο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: båt, farkost, fartøy, skip, skute
πλοίο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: корабль, лодка, судно
πλοίο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: båt, fartyg, skepp
πλοίο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: кораб, лодка
πλοίο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: карабель, судно, пасудзіна, судна
πλοίο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: laev, paat
πλοίο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alus, laiva, suoni, haaksi, vene
πλοίο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: brod, lađa
πλοίο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hadihajó, hajó
πλοίο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: laivas, valtis
πλοίο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: barco, embarcação, nave, navio, barca, bote, busque, canoa, escaler
πλοίο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: navă, vapor
πλοίο στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: loď
πλοίο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: апарат, замок, корабел, корабель, одиниця, підрозділ, посудина, судно, установка, банкір, виріб, крейсер, ремесло, садовод, спритність, стілець, табурет, табуретка
πλοίο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: okręt, statek
πλοίο στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ladja
πλοίο στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

πλοίο ελευθέριος βενιζέλος, πλοίο ματαρόα, πλοίο ourang medan, πλοίο θεόφιλος, πλοίο – κοντέινερ κάνει... roller coaster σε κύματα - τέρατα, πλοίο φάντασμα, πλοίο ονειροκρίτης, πλοίο για λήμνο, πλοίο πατρίς, πλοίο για κύθηρα