lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πλησιάζω

Λεξικό: αγγλικά πλησιάζω
Μεταφράσεις: approach, arrival, arrive, loom, approximate, near, verge, accost, impend
πλησιάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: blížení, dojet, dospět, nastat, přiblížení, přibližování, přicestovat, přijet, přijít, přijíždět, přiletět, přístup, přiblížit, přibližovat, přistoupit
πλησιάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ankommen, anreisen, eingehen, kommen, nahen, nähern, zugehen, zukommen, genähert
πλησιάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ankomme, ankomst, nærme, forestå
πλησιάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: llegar, venir, acercar, acercarse, aproximar, atracar, amistarse
πλησιάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arriver, venir, aborder, accéder, approche, approcher, rapprocher, rapproche
πλησιάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: approccio, arrivare, avvicinamento, giungere, sopraggiungere, sopravvenire, accedere, accostare, avvicinare, avvicinarsi
πλησιάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ankomme, ankomst, nærme, stunda, nærma, forestå
πλησιάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: надвигать, прибывать, приходить, приближать, сближать, приблизить, сблизить
πλησιάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ankomst, antaga, lida, stunda, nalkas, närma
πλησιάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: afrohem, arrij
πλησιάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адбыцца, прыстань, прыходзiць
πλησιάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: saabuma
πλησιάζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: joutua, lähetä, päästä, saapua, tulla, lähestyä
πλησιάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eljön, közelegni, közeledni
πλησιάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aportar, cegar, chegar, vir
πλησιάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: sosi
πλησιάζω στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nadchodzić, zbliżać, zbliżyć
πλησιάζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πλησιάζω συνώνυμα, πλησιάζω english