lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πληρώνω

Λεξικό: αγγλικά πληρώνω
Μεταφράσεις: cash, defray, pay, nominally, quit, acquit
πληρώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odskákat, platit, vyplácet, vyplatit, zaplatit, kvitovat, vyrovnat
πληρώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bezahlen, zahlen, abführen, quittieren, entrichten, büßen
πληρώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bekoste, betale, lønne
πληρώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cotizar, pagar, remunerar, retribuir, solventar, satisfacer
πληρώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affranchir, monnayer, payer, stipendier, acquitter, autofinancer, casquer, défrayer, financer, gager, latter, régler, rémunérer, régulariser, rétribuer
πληρώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: finanziare, pagare
πληρώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bekoste, betale, betala, lønne, innbetale
πληρώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: оплачивать, платить, уплачивать, заплатить, уплатить
πληρώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: paguaj
πληρώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аплачваць, плацiць, плаціць
πληρώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: maksma
πληρώνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kustantaa, maksaa
πληρώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: platiti, isplatiti
πληρώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kifizetni, kifizetődik, fizetni, megfizetni
πληρώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: mokėti
πληρώνω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: custear, pagar, contribuir, remunerar, retribuir, satisfazer
πληρώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: plačati
πληρώνω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: винагорода, виплатити, виплачувати, вирішити, вирішувати, відплата, влаштовувати, влаштовуватися, влаштувати, врегулювати, всисати, заплатити, зарплата, оплачувати, оселити, оселяти, оселятися, плата, платити, платня, поглинати, поглинути, поглиньте, погоджувати, погодити, послуга, регулювати, регулюватися, розплата, сплатити, сплачувати, улагоджувати, улагодити, вирішіть, розчинити, розчиняти, скласти
πληρώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opłacać, płacić, uiszczać, zapłacić
πληρώνω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: betala, erlägga, löna
πληρώνω στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

πληρώνω όσο πετάω, πληρώνω τερζήσ, πληρώνω συνώνυμα, πληρώνω συνώνυμο, πληρώνω το μάρμαρο, πληρώνω ονειροκρίτης, πληρώνω τα σπασμένα, πληρώνω γεμίζω, πληρώνω τη νύφη, πληρώνω το τίμημα