lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πληροφορώ

Λεξικό: αγγλικά πληροφορώ
Μεταφράσεις: apprise, educate, inform, instruct, misinformed, intimate, report, acquaint, adumbrate, advertise, advise, announce, notify, post
πληροφορώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: informovat, oznámit, uvědomit, zpravit, ocenit, avizovat, obeznámit, ohlásit, oznamovat, sdělit, vyrozumět
πληροφορώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: informieren, benachrichtigen, avisieren, melden, verständigen
πληροφορώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: informere, orientere, underrette, meddele
πληροφορώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: enterar, informar, instruir, noticiar, orientar, advertir, avisar, comunicar, intimar
πληροφορώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aviser, informer, renseigner, communiquer, faire, intimer, notifier, prévenir
πληροφορώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avvisare, informare, istruire, ragguagliare, notificare
πληροφορώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forespørre, informere, opplyse, orientere, underrette, meddele
πληροφορώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: извещать, информировать, осведомить, проинформировать, сообщить, оповещать, уведомлять
πληροφορώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: angiva, informera, meddela, orientera, upplysa
πληροφορώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: njoftoj
πληροφορώ στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ilmoittaa, julistaa, kuuluttaa
πληροφορώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: informirati
πληροφορώ στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: informar, instruir, noticiar, participar, advertir, avisar, comunicar, intimar, notificar
πληροφορώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: informować, poinformować, zawiadamiać
πληροφορώ στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tájékoztatni, értesíteni, tudósítani
πληροφορώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: апавяшчаць, наказваць, паведамляць
πληροφορώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: oznámiť
πληροφορώ στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викликати, висилати, вислати, відправити, заява, знайомити, інформувати, консультувати, надіслати, надсилати, направити, направляти, оголосити, оголосіть, оголошувати, ознайомити, ознайомлювати, оповістити, оповіщати, пересилати, переслати, повідомити, повідомлення, повідомляти, познайомити, познайомте, порадити, посилати, послати, пошліть, прислати, проголосити, проголошувати, проконсультувати, радити, рекламувати, рекламуйте, рекомендуйте, слати, сповістити, сповістіть, сповіщати
πληροφορώ στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

πληροφορώ συνώνυμα, πληροφορώ συνώνυμο