lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πληγώνω

Λεξικό: αγγλικά πληγώνω
Μεταφράσεις: cut, hurt, injure, mangle, murder, mutilate, scar, slash, lacerate, stab, wound
πληγώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: komolit, mrzačit, poranit, posekat, poškodit, ranit, ublížit, zkomolit, zmrzačit, znetvořit, zohavit, zranit, urazit
πληγώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: radebrechen, schneiden, verletzen, verwunden
πληγώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: krænke, såre
πληγώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: estropear, herir, lacerar, lastimar, lisiar, mancar, mutilar, descalabrar, lesionar, ofender
πληγώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: blesser, entailler, estropier, léser, mutiler, offenser
πληγώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ferire, ledere
πληγώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: såre, blessera, såra
πληγώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изувечивать, калечить, коверкать, ушибить, ранить, уязвлять
πληγώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: калечыць, параніць, прям., раніць
πληγώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vigastama, haavama
πληγώνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pahoittaa, runnella, sattua, silpoa, haavoittaa, loukata
πληγώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: sebesíteni
πληγώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įžeisti, sužeisti
πληγώνω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estropear, ferir, lacerar, lastimar, limiar, mutilar, vulnerar, lesionar, ofender
πληγώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: răni
πληγώνω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: блокувати, знесилити, знесилювати, калічити, калічте, нівечити, рвоніть, спотворити, спотворювати, уріжте, шматуйте, шотландці, зашкодити, зернятко, кісточка, поранення, поранити, пошкоджувати, пошкодити, рана, ранити, травмувати
πληγώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kaleczyć, ranić
πληγώνω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blessera, såra
πληγώνω στα σουηδικά »

Σχετικές λέξεις

πληγώνω συνωνυμα, πληγώνω γαλλικά