lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πλεονέκτημα

Λεξικό: αγγλικά πλεονέκτημα
Μεταφράσεις: advancing, advantage, avail, behalf, benefit, employ, expedience, expediency, gain, good, profit, service, stead, use, asset, desirability, merit, plus, virtue
πλεονέκτημα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: použít, používat, přednost, převaha, prospěch, upotřebit, užít, užitek, výdělek, výhoda, využít, využívat, zájem, zisk, cena, ctnost, hodnota, klad, síla
πλεονέκτημα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gewinn, interesse, nutzen, verdienst, vorteil, tugend, vortäuschungen, vorzimmer, vorzug, wert
πλεονέκτημα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: benytte, bruge, fordel, fortjeneste, fortrin, gevinst, nytte, dyd
πλεονέκτημα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: beneficio, emplear, fruta, ganancia, ganar, interés, logro, lucro, pro, provecho, rendimiento, usar, utilizar, ventaja, zumo, virtud
πλεονέκτημα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avantage, bénéfice, émolument, gain, intérêt, lucre, profit, utiliser, qualité, valeur, vertu
πλεονέκτημα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adoperare, beneficio, convenienza, favore, giovamento, guadagno, profitto, tornaconto, usare, uso, utile, utilizzare, vantaggio, merito, pregio, qualità
πλεονέκτημα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avanse, benytte, bruke, fordel, fortjeneste, fortrinn, gagn, gevinst, nytta, nytte, profitt, utbyte, utbytte, vinning, vinst, dyd
πλεονέκτημα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выгода, выигрыш, использовать, корысть, польза, преимущество, прибыль, добродетель, достоинство
πλεονέκτημα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: användande, avanser, båtnad, behållning, förmån, fortrinn, gagn, nytta, profit, utbyte, utnyttjande, vinning, vinst, fördel, förtjänst
πλεονέκτημα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dobi, fitim
πλεονέκτημα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: печалба, добродетел
πλεονέκτημα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выгада, карысць
πλεονέκτημα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: eelis, kasutama
πλεονέκτημα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: edullisuus, etu, etuus, hyöty, käytellä, käyttää, voitto, arvo, avu, hyve, siveys
πλεονέκτημα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dobit, dobitak, interes, profit, vrijednost
πλεονέκτημα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: előny, haszon, nyereség, érdem, erény
πλεονέκτημα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nauda, naudoti, pelnas, dorybė
πλεονέκτημα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: beneficio, benefício, empregar, ganância, ganho, logro, lucrar, lucro, proveito, usar, utilizar, vantagem, ventara
πλεονέκτημα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: avantaj, beneficiu, folos, profit
πλεονέκτημα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: prospech, výhoda
πλεονέκτημα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вигода, відсоток, зиск, зручність, користь, прибуток, процентний, рахунок
πλεονέκτημα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: korzyść, zaleta
πλεονέκτημα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πλεονέκτημα συνώνυμο, πλεονέκτημα στο πέναλτι, πλεονέκτημα αριστείον, πλεονέκτημα ρόδος, πλεονέκτημα μετάφραση, πλεονέκτημα τησ αμφιβολίασ, πλεονέκτημα αγγλικά, ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, συγκριτικό πλεονέκτημα, απόλυτο πλεονέκτημα