lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: πλανόδιος

Λεξικό: αγγλικά πλανόδιος
Μεταφράσεις: ambulatory, itinerant, migrant, migration, migratory, nomadic, peripatetic, rambling, travelling, vagabond, vagrant, wayfaring
πλανόδιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ambulantní, kočovný, kočující, nestálý, pojízdný, potulný, stěhovavý, těkavý, toulavý, tulák, vagabund
πλανόδιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: wandere
πλανόδιος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: errabundo, errante, peregrino, vagabundo, vago
πλανόδιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ambulant, errant, erratique, forain, migrateur, photostoppeur, théâtre, vagabond
πλανόδιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: randagio, vagabondo
πλανόδιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: landstryker
πλανόδιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: блуждающий, бродячий, странствующий
πλανόδιος στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бадзяжны, валацужны, вандроўны
πλανόδιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kóborló, sétahely, vándorlás
πλανόδιος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ambulante, errante, peregrino, vagabundo, vago
πλανόδιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: potulný
πλανόδιος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: блукання, бродячий, кочовий, мандрівний
πλανόδιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wędrowny
πλανόδιος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

πλανόδιος φωτογράφος, πλανόδιος πωλητής, πλανόδιος εφημεριδοπώλης, πλανόδιος μανάβης, πλανόδιοσ ψαράσ, πλανόδιοσ σαλπιγκτήσ, πλανόδιος μουσικός, πλανόδιος έμπορος, πλανόδιος μικροπωλητής, πλανόδιος παγωτατζής